Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νταλαϊλάμας

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει → Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

και δαλαϊλάμας ή Δαλάι Λάμα, ο
1. τίτλος του αρχηγού του κυρίαρχου τάγματος του Τζε-Λουγκς-πα τών βουδιστών του Θιβέτ και, ώς την πλήρη επικράτηση τών Κινέζων κομμουνιστών το 1959 στην περιοχή, τίτλος του θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη του Θιβέτ
2. μτφ. αυτός που θέλει να γίνεται δεκτή η γνώμη του, που κακώς απαιτεί να αναγνωρίζεται το κύρος της γνώμης του, ακόμη και αν δεν το αξίζει («νταλαϊλάμας της πολιτικής»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αγγλ. dalai lama < μογγολικό dalai «ωκεανός» + lama «βουδιστής ιερέας ή μοναχός του Θιβέτ»].