Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυκταλωπικός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: νυκτᾰλωπικός Medium diacritics: νυκταλωπικός Low diacritics: νυκταλωπικός Capitals: ΝΥΚΤΑΛΩΠΙΚΟΣ
Transliteration A: nyktalōpikós Transliteration B: nyktalōpikos Transliteration C: nyktalopikos Beta Code: nuktalwpiko/s

English (LSJ)

ή, όν, in neut. pl. -ικά, τά,

   A attacks of night-blindness, Hp.Epid.6.7.1.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α νυκταλωπικός, -ή, -όν) νυκτάλωψ
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη νυκταλωπία
2. αυτός που πάσχει από νυκταλωπία
αρχ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τά νυκταλωπικά
κρούσματα νυκταλωπίασης.