Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυκτερίς

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: νυκτερίς Medium diacritics: νυκτερίς Low diacritics: νυκτερίς Capitals: ΝΥΚΤΕΡΙΣ
Transliteration A: nykterís Transliteration B: nykteris Transliteration C: nykteris Beta Code: nukteri/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ,

   A bat, Od.12.433, 24.6, Hdt.2.76, etc. ; applied to a person, Χαιρεφῶν ἡ ν. Ar.Av.1564 (lyr.).    II a fish, = καλλιώνυμος, Opp.H.2.205.    III a plant, = μύρον Ἑλένης, Aët.12.1.

Greek (Liddell-Scott)

νυκτερίς: -ίδος, ἡ, (νύκτερος) ὡς καὶ νῦν, κοινῶς «νυχτερίδα». Λατ. vespertilio, Ὀδ. Μ. 433, Ω. 6, Ἡρόδ. 2. 67, Ἀριστοφ. Ὄρν. 1564. ΙΙ. ἰχθύς τις, ἀλλαχοῦ: ἡμεροκοίτης, Ὀππ. Ἁλ. 2. 200, 205.

French (Bailly abrégé)

ίδος (ἡ) :
chauve-souris, animal ; surnom de Chæréphon Χαιρεφῶν.
Étymologie: νύξ.

English (Autenrieth)

ίδος (νύξ): bat, Od. 12.433 and Od. 24.6.

Spanish

murciélago

Greek Monolingual

η
ζωολ. γένος χειρόπτερων, νυχτερίδων της οικογένειας nycteridae.

Greek Monotonic

νυκτερίς: -ίδος, ἡ (νύκτερος), το θηλαστικό νυχτερίδα, Λατ. vespertilio, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

νυκτερίς: ίδος (ῐδ) ἡ летучая мышь, нетопырь Hom., Her., Xen., Plut.

Middle Liddell

νυκτερίς, ίδος, ἡ, νύκτερος
a bat, Lat. vespertilio, Od., Hdt., Ar.