Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυχθημερόν

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

επίρρ. νύχτα μέρα χωρίς διακοπή, συνεχώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νυχθήμερος (Ι) + επιρρμ. κατάλ. -όν (πρβλ. αυθημερ-όν). Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του Νικ. Κοντοπούλου].