Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νυχθημερόν

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

επίρρ. νύχτα μέρα χωρίς διακοπή, συνεχώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νυχθήμερος (Ι) + επιρρμ. κατάλ. -όν (πρβλ. αυθημερ-όν). Η λ. μαρτυρείται από το 1889 στο Ελληνογαλλικόν Λεξικόν του Νικ. Κοντοπούλου].