Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νωγάλισμα

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: νωγᾰλισμα Medium diacritics: νωγάλισμα Low diacritics: νωγάλισμα Capitals: ΝΩΓΑΛΙΣΜΑ
Transliteration A: nōgálisma Transliteration B: nōgalisma Transliteration C: nogalisma Beta Code: nwga/lisma

English (LSJ)

ατος, τό, in pl.,

   A = νώγαλα, Poll.6.62.

Greek (Liddell-Scott)

νωγάλισμα: τό, νωγάλευμα, ἢ περίκομμα, «οἱ κωμικοὶ δὲ ὠνόμαζον τὰ περικόμματα καὶ χναύματα. τὰ δ’ αὐτὰ καὶ νωγαλίσματα· ἀλλὰ τοῦτο ποιητικὸν ἐσχάτως» Πολυδ. Ϛ΄, 62.

Greek Monolingual

νωγάλισμα τὸ (Α) νωγαλίζω
συν. στον πληθ. τὰ νωγαλίσματα
τα νώγαλα.