Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νωδογέρων

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: νωδογέρων Medium diacritics: νωδογέρων Low diacritics: νωδογέρων Capitals: ΝΩΔΟΓΕΡΩΝ
Transliteration A: nōdogérōn Transliteration B: nōdogerōn Transliteration C: nodogeron Beta Code: nwdoge/rwn

English (LSJ)

οντος, ὁ,

   A toothless old man, Com.Adesp.1090.

Greek (Liddell-Scott)

νωδογέρων: -οντος, ὁ, γέρων ἄνευ ὀδόντων, Κων. Ἀνώνυμ. 311b.

Greek Monolingual

νωδογέρων, -οντος, ὁ (Α)
γέροντας χωρίς δόντια, γεροφαφούτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < νωδός «φαφούτης» + γέρων.