Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νωλεμές

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: νωλεμές Medium diacritics: νωλεμές Low diacritics: νωλεμές Capitals: ΝΩΛΕΜΕΣ
Transliteration A: nōlemés Transliteration B: nōlemes Transliteration C: nolemes Beta Code: nwleme/s

English (LSJ)

Adv.

   A without pause, unceasingly, ν. αἰεί Il.9.317, 17.385, Od.16.191, etc. ; οἱ δ' αἰεὶ… ν. ἐγχρίμπτοντο Il.17.413 : without αἰεί, μάχην ἀλίαστον ἔχουσι ν. 14.58 ; later, firmly, ν. ἐρρίζωθεν A.R.2.605 :—also νωλεμέως, πόνον τ' ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν ν. Il.13.3 ; ν. ἐχέμεν persevere, 5.492 ; but ν. κτείνοντο they were murdered without pause, i.e. one after the other, Od.11.413.—Ep. word, used by Tyrt.5.5, 12.17.

Greek (Liddell-Scott)

νωλεμές: Ἐπίρρ., ἄνευ διακοπῆς, ἀδιαλείπτως, νωλεμὲς αἰεὶ Ἰλ. Ι. 317, Ρ. 385, Ὀδ. Π. 191, κτλ.· καὶ ἄνευ τοῦ αἰεί, μάχην ἀλίαστον ἔχουσι νωλεμὲς Ξ. 58. ― Οὕτω καὶ ἐπίρρ. νωλεμέως, πόνον τ’ ἐχέμεν καὶ ὀϊζὺν νωλεμέως Ν. 3· νωλεμέως ἐχέμεν, καρτερικῶς ἀντέχειν, ἐπιμένειν, Ε. 492· ἀλλά, νωλεμέως κτείνοντο, ἀπαύστως ἐφονεύοντο, δηλ. ἀλλεπάλληλοι, Ὀδ. Λ. 413. ― Ἐπικ. λέξις ἐν χρήσει καὶ παρὰ Τυρταίῳ 3. 5., 9. 17. (Δὲν ὑπάρχει ἴχνος τοῦ ἐπιθέτ. νωλεμής· οὔτε ἐδόθη τις ἱκανοποιοῦσα ἑρμηνεία περὶ τῆς παραγωγῆς τῆς λέξεως).

French (Bailly abrégé)

adv.
sans interruption, avec acharnement.
Étymologie: DELG obscur, sans doute νη- et ???

English (Autenrieth)

continually, unceasingly, Il. 14.58; usually with αἰεί.

Greek Monolingual

νωλεμές (Α)
επίρρ.
1. χωρίς διακοπή, αδιαλείπτως, συνεχώς
2. με σταθερό τρόπο, ακλόνητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για σύνθ. λ., το α' συνθετικό της οποίας είναι το στερητ. πρόθημα νη-, ενώ το β' συνθετικό παραμένει άγνωστο. Κατά μία άποψη, το β' συνθετικό της ανάγεται σε αμάρτυρο ουδ. όλεμος (με ο
προθετικό ή προθηματικό), που συνδέεται με γερμανικούς, κελτικούς και σλαβικούς τ. με σημ. «σπάω, συνθλίβω, κλονίζω» (πρβλ. αρχ. άνω γερμ. lam «παραλυμένος» και αρχ. σλαβ. lomiti «συνθλίβω»). Κατ' άλλη, τέλος, άποψη πρόκειται για πελασγικό δάνειο].

Greek Monotonic

νωλεμές: επίρρ., χωρίς παύση, ασταμάτητα, συνεχώς, σε Όμηρ.· ομοίως, νωλεμέως, σε Ομήρ. Ιλ.· νωλεμέως ἐχέμεν, υπομένω καρτερικά, στο ίδ.· αλλά, νωλεμέως κτείνοντο, σκοτώνονταν χωρίς σταματημό, δηλ. ο ένας μετά τον άλλον, σε Ομήρ. Οδ. (άγν. προέλ.).

Frisk Etymological English

-έως
Grammatical information: adv.
Meaning: without pause, uncaesingly (Il.), usu. with αἰεί at verse-end; later firmly (A. R.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Prob. a comp. of priv. n̥- (cf. νωδός) and a noun *ὄλεμος n., which Fick BB 1, 170 quite hypothetically connects with a word for break, breakable in Germ., e.g. OHG lam lahm, OCS lomiti break, OIr. ro-la(i)methar dare. Further s. Bechtel Lex. s.v.; further WP. 2, 433 f., Pok. 674, W.-Hofmann s. laniō.

Middle Liddell


without pause, unceasingly, continually, Hom.:—so, νωλεμέως, Il.; ν. ἐχέμεν to persevere, Il.; but, ν. κτείνοντο they were murdered without pause, i. e. one after the other, Od. [deriv. uncertain]

Frisk Etymology German

νωλεμές: -έως
{nōlemés}
Grammar: Adv.
Meaning: rastlos, unablässig, unaufhörlich (ep. seit Il.), ersteres gewöhnlich mit αἰεί am Versende; auch fest (A. R.).
Etymology : Wahrscheinlich ein Komp. aus priv. ν(ε)- (s. z.B. νωδός) und einem Nomen *ὄλεμος n., das von Fick BB 1, 170 ganz hypothetisch mit einem Wort für zerbrechen, zerbrechlich in germ., z.B. ahd. lam lahm u.a.m. verbunden wird. Näheres bei Bechtel Lex. s.v.; weitere Formen m. reicher Lit. bei WP. 2, 433 f., Pok. 674, W.-Hofmann s. laniō.
Page 2,331