Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νόνα

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες → The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

(I)
και νόννα, η (Μ νόννα)
νεοελλ.
η μητέρα του πατέρα ή της μητέρας, η γιαγιά
μσν.
προσωνυμία που απονέμονταν σε μοναχές, «γερόντισσα».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. nonna < λατ. nonna «μοναχή»].
(II)
η
ιατρ. μορφή ληθαργικής εγκεφαλίτιδας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. nona].