Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νότιος

Ubi idem et maximus et honestissimus amor est, aliquando praestat morte jungi, quam vita distrahi → Where indeed the greatest and most honourable love exists, it is much better to be joined by death, than separated by life.
Valerius Maximus, De Factis Dictisque
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: νότιος Medium diacritics: νότιος Low diacritics: νότιος Capitals: ΝΟΤΙΟΣ
Transliteration A: nótios Transliteration B: notios Transliteration C: notios Beta Code: no/tios

English (LSJ)

α, ον, also ος, ον A.Pr.402 (lyr.), Str.2.1.22, etc. :—A moist, damp, rainy, ν. ἱδρώς damp sweat, Il.11.811, 23.715; ν. θέρος Pi.Fr.107.13; ἔαρ Hp.Aph.3.11, cf. Arist.Pr.860a36; παγαί A. l.c.; ὑψοῦ δ' ἐν νοτίῳ τήν γ' ὅρμισαν [ναῦν] well out in the water, opp. the beach, Od.4.785, 8.55; ν. δῖναι ἅλμας E.Hipp.150 (lyr.) : Comp., Str.4.4.1. 2 bringing rain, ἀστέρες Arat.238, cf. 490 (both Comp.). II to the south, southern, ν. θάλασσα Hdt.4.13, 6.31; especially of the Indian Ocean, Id.3.17, cf. 2.11,158; τὸ τεῖχος τὸ ν., at Athens, And.3.7; ν. ἀήτης a south wind, A.R.4.1538; νότια (with or without πνεύματα) southerly winds, Arist.Mete.364a19, Pol.1290a14; νοτίοις during southerly winds, Id.HA574a1; νότια πνεῖ Thphr. CP1.13.5; ἐὰν ᾖ νότια Id.HP4.14.9; ὁ ν. ἀήρ Arist.Mete.377b27; τὰ ν. ὕδατα southerly rains, ib.358a28; ν. [ὕδωρ] water from southern slopes, Id.HA596a28; ν. Ἰχθῦς, the constellation Piscis Australis, Eudox. ap. Hipparch.2.1.21 (νότειος Ἰ. PLond.1.130.148 (i/ii A.D.)) : Comp. -ώτερος Porph.Antr.21 : Sup. -ώτατος Str.13.1.68.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 265] bei den Attikern oft 2 Endgn; 1) naß, feucht, regnicht; νότιος ἱδρώς, feuchter Schweiß, Il. 11, 811. 23, 715; ὑψοῦ δ' ἐν νοτίῳ τήν γ' ὥρμισαν (ναῦν), hoch auf dem Meere, im Ggstz des Strandes, Od. 4, 785. 8, 55 (vgl. aber Nitzsch Od. 2, 1141; θέρος, Pind. frg. 74, 9; παρειὰν νοτίοις ἔτεγξα παγαῖς, Aesch. Prom. 400; νοτίας ἅλμας, Eur. Hipp. 150. – 2) südlich; Her. 3, 17; Aesch. 2, 174.

Greek (Liddell-Scott)

νότιος: -α, -ον, Ἀττ. καὶ ος, ον, Αἰσχύλ. Πρ. 401, κτλ.: (νότος)· - ὑγρός, πλήρης ὑγρασίας, βροχερός, ν. ἱδρώς, ὑγρὸς ἱδρώς, Ἰλ. Λ. 811., Ψ. 715· ν. θέρος Πινδ. Ἀποσπ. 74. 11· ἔαρ Ἱππ. Ἀφ. 1247· παγαὶ Αἰσχύλ. ἔνθ’ ἀνωτ.· ὑψοῦ δ’ ἐν νοτίῳ τήν γ’ ὥρμισαν [ναῦν], ὅ ἐστιν ἐν ὑγρῷ, ἐν τῷ μελάγει, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀκτήν, Ὀδ. Δ. 785., Θ. 55· οὕτω, ν. ἅλμη Εὐρ. Ἱππ. 149· ὁδὸς Ἀριστοφ. Ὄρν. 1398· ἐπὶ τῶν ὡρῶν τοῦ ἐνιαυτοῦ, Ἀριστ. Προβλ. 1. 10, κ. ἀλλ. ΙΙ. νότιος, πρὸς νότον κείμενος, ν. θάλασσα, ὁ Ἰνδικὸς ὠκεανὸς παρ’ Ἡροδ. 3. 17, πρβλ. 2. 11, 258., 6. 31· ἀλλ’ ὁ Εὔξεινος ἐν 4. 13· τὸ τεῖχος τὸ ν., ἐν Ἀθήναις (ἴδε τεῖχος Ι. 2), Ἀνδοκ. 24. 23· ν. ἀήτης, νότιος ἄνεμος, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 1538· νότια (μετὰ τῆς λ. πνεύματα ἢ ἄνευ αὐτῆς), νότιοι ἄνεμοι, Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 6, 12, Πολιτικ. 4. 3, 6., π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 12, 10· νοτίοις, διαρκούντων τῶν νοτίων ἀνέμων, αὐτόθι 6. 19, 4· νότια πνεῖ Θεοφρ. π. Φυτ. Αἰτ. 1. 13, 5· ἐὰν ᾖ νότια ὁ αὐτ. π. Φυτ. Ἱστ. 4. 14, 9· ὡσαύτως, ὁ ν. ἀήρ Ἀριστ. Μετεωρ. 3. 6, 5· τὰ ν. ὕδατα, αἱ ἐκ νότου βροχαί, αὐτόθι 2. 3, 24.

French (Bailly abrégé)

α ou ος, ον :
1 humide ; τὸ νότιον l’humidité, la mer;
2 du sud.
Étymologie: νότος.

English (Autenrieth)

moist, wet: neut. as subst., water of a harbor, Od. 4.785.

English (Slater)

νότῐος
   1 with southerly wind, damp νότιον θέρος ὕδατι ζακότῳ ῥέον (Pae. 9.17)

Greek Monolingual

-ια, -ο (ΑΜ νότιος, -ία, -ον, Α αττ. τ. νότιος, -ον, Μ και νοτίος, -ίον) νότος
1. αυτός που είναι στραμμένος προς τον νότο ή βρίσκεται στον νότο, μεσημβρινός (α. «οἰκημένους δέ Λιβύης ἐπὶ τῇ νοτίῃ θαλάσσῃ», Ηρώνδ.
β. «το νότιο δωμάτιο του σπιτιού είναι πολύ ζεστό»)
2. (για άνεμο) αυτός που πνέει από τον νότο, νοτιάς, όστρια («ὁ νότιος ἀήρ», Αριστοτ.)
νεοελλ.
1. αυτός που κατοικεί στα προς τον νότο μέρη της Γης
2. ως κύριο όν. Νότιος, Νότια, Νότιο
α) προσδιορισμός ονομασίας οικισμού ή άλλου γεωγραφικού χώρου ή σημείου που βρίσκεται προς νότον ενός άλλου συνώνυμου του και σε αντιδιαστολή προς αυτό (α. «Νότια Αμερική» β. «Νότια Κορέα» γ. «Νότιο Βιετνάμ» δ. «Νότιες Άλπεις»)
β) (το αρσ. και θηλ.) ο κάτοικος ή ο στρατιωτικός τών νότιων πολιτειών στη διάρκεια του αμερικανικού εμφύλιου πολέμου
3. φρ. α) «νότιος πόλος»
γεωγρ. το άκρο του νοητού άξονα της Γης ή της ουράνιας σφαίρας το οποίο είναι στραμμένο προς τον νότο
β) «νότιο ημισφαίριο»
γεωγρ. το ημισφαίριο της γήινης σφαίρας στο οποίο περιέχεται ο νότιος πόλος
γ) «νότιος ή ανταρκτικός πολικός κύκλος» — ο κύκλος της ουράνιας ή της γήινης σφαίρας που απέχει από τον νότιο πόλο καθεμιάς από τις σφαίρες αυτές 23 μοίρες και 27 λεπτά
δ) «Νότιος Παγωμένος Ωκεανός» — η θάλασσα η οποία περιβάλλει την Ανταρκτική μέχρι τον ανταρκτικό κύκλο
ε) «Νότιος Σταυρός» — αστερισμός του νότιου ημισφαιρίου
αρχ.
1. (για νερό) αυτός που προέρχεται από βροχή του νότου
2. αυτός που είναι γεμάτος υγρασία, ο υγρός, ο βροχερός
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τά νότια
οι νότιοι άνεμοι
4. φρ. «Νότιοι Ιχθύες» — ονομασία του τελευταίου αστερισμού του ζωδιακού κύκλου.
επίρρ...
νοτίως και νότια
στον νότο ή προς τον νότο.

Greek Monotonic

νότιος: -α, -ον και -ος, -ον (νότος
I. υγρός, νοτισμένος, γεμάτος από υγρασία, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.· ἐν νοτίῳ, δηλ. σε ανοιχτή θάλασσα, σε Ομήρ. Οδ.
II. νότιος, αυτός που βρίσκεται προς τον Νότο· νότιος θάλασσα, δηλ. ο Ινδικός Ωκεανός, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

νότιος: 3, редко
1) влажный, мокрый: νότιον θέρος Pind. дождливое лето;
2) текучий, полноводный (παγαί Aesch.): νοτία ἅλμη Eur. открытое море; ν. ἱδρώς Hom. обильный пот;
3) южный (πνεύματα Arst.; τεῖχος Plut.): ἡ νοτίη θάλασσα Her. Южное море, т. е. Индийский океан (реже Черное море).

Middle Liddell

νότιος, η, ον νότος
I. wet, moist, damp, Il., Aesch.:— ἐν νοτίῳ, i. e. the open sea, Od.
II. southern, ν. θάλασσα, i. e. the Indian ocean, Hdt.