Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

νύγει

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek (Liddell-Scott)

νύγει: «τῷ κέντρῳ πλήττει» Ἡσύχ.

Greek Monolingual

νύγει (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «τῷ κέντρῳ πλήττει».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. νυγ- του νύσσω «τρυπώ με αιχμηρό εργαλείο» (πρβλ. παθ. αόρ. ἐνύγ-ην)].