Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξάνθισμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ξάνθισμα Medium diacritics: ξάνθισμα Low diacritics: ξάνθισμα Capitals: ΞΑΝΘΙΣΜΑ
Transliteration A: xánthisma Transliteration B: xanthisma Transliteration C: ksanthisma Beta Code: ca/nqisma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A that which is dyed yellow, κόμης ξανθίσματα dyed hair, E.Fr.322, cf. AP5.259 (Paul. Sil.).

German (Pape)

[Seite 274] τό, das Gelbgefärbte, Gelbe, ξανθίσμασι χαίτης, Paul. Sil. 34 (V, 260), wie κόμης Eur. frg. Dan. 8.

Greek (Liddell-Scott)

ξάνθισμα: τό ὅ, τι ἐβάφη ξανθόν, κίτρινον, κόμης ξανθίσματα, βεβαμμένη κόμη, Εὐρ. Ἀποσπ. 324, πρβλ. Ἀνθολ. Π. 5. 260.

Greek Monolingual

το (Α ξάνθισμα) ξανθίζω
νεοελλ.
1. η πρόσδοση ή η απόκτηση ξανθού χρώματος, το βάψιμο με χρώμα ξανθό
2. το ξανθέλασμα
3. το εξάνθημα
αρχ.
οτιδήποτε βάφτηκε με ξανθό χρώμα.

Russian (Dvoretsky)

ξάνθισμα: ατος τό золотисто-желтый цвет, белокурость (κόμης ξανθίσματα Eur.): ξανθίσματα χαίτης Anth. белокурые волосы.