Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθίζω

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: ξανθίζω Medium diacritics: ξανθίζω Low diacritics: ξανθίζω Capitals: ΞΑΝΘΙΖΩ
Transliteration A: xanthízō Transliteration B: xanthizō Transliteration C: ksanthizo Beta Code: canqi/zw

English (LSJ)

(ξανθός)

   A make yellow or brown, by roasting or frying, Ar. Ach.1047, cj. in Philem.79.6 ; ἐξανθισμέναι with hair dyed yellow, Ar. Lys.43 (v.l. for ἐξηνθισμέναι), cf. Com.Adesp.289 ; dub. in D.H.7.9 ; τὴν τρίχα -όμενος Duris 10 J.    II intr., to be yellow, LXXLe.13.30 ; τρίχες -ουσαι Alciphr.Fr.5.4.

German (Pape)

[Seite 274] gelb machen, gelb färben, bräunen; vom Braten, ὀπτᾶτε τουτὶ καὶ καλῶς ξανθίζετε, Ar. Ach. 1047; Sp.; auch im pass., Ael. V. H. 9, 9. – Intr., gelb sein, wie ξανθίζουσα θρίξ, LXX. – Nach B. A. 284 ξανθίζεσθαι τὸ κοσμεῖσθαι τὰς τρίχας Λάκωνες.

Greek (Liddell-Scott)

ξανθίζω: μέλλ. Ἀττ. -ιῶ (ξανθὸς) κάμνω τι ξανθὸν διὰ τῆς ὀπτήσεως ἢ τηγανίζων, Ἀριστοφ. Ἀχ. 1047· βάπτω διὰ χρώματος ξανθοῦ ἢ κιτρίνου, κόμαι ἐξανθισμέναι ὁ αὐτ. ἐν Λυσ. 43 (κοινῶς: ἐξηνθισμέναι), πρβλ. Διον. Ἁλ. 7. 9, Α. Β. 284. - Καθ’ Ἡσύχ.: ξανθίζεσθαι· κοσμεῖσθαι τὰς τρίχας. ἢ βάπτεσθαι αὐτάς». ΙΙ. ἀμεταβ., εἶμαι ξανθός, κίτρινος, Ἑβδ. (Λευϊτ. ΙΓ΄, 31, κ. ἀλλ.).

French (Bailly abrégé)

1 tr. rendre jaune ou blond ; Pass. être blond ; particul. dorer par la cuisson;
2 intr. être jaune ou blond;
Moy. ξανθίζομαι se teindre les cheveux de façon à les rendre blonds.
Étymologie: ξανθός.

Greek Monolingual

(ΑΜ ξανθίζω) ξανθός
δίνω σε κάτι ξανθό χρώμα, καθιστώ κάτι ξανθό, ξανθαίνω
νεοελλ.
καβουρδίζω ελαφρά κάτι, ιδίως κρεμμύδι και αλεύρι, ώστε να πάρει χρυσαφί χρώμα
νεοελλ.-μσν.
έχω ή αποκτώ ξανθό ή υπόξανθο χρώμα
αρχ.
1. είμαι ξανθός ή κλίνω προς το ξανθό («τρίχες ξανθίζουσαι», Αλκίφρ.)
2. κάνω κάτι ξανθό με ψήσιμο ή με τηγάνισμα
3. μέσ. ξανθίζομαι χρωματίζω, βάφω τις τρίχες μου ξανθές («ξανθίζεσθαι
κοσμεῑσθαι τὰς τρίχας ἤ βάπτεσθαι τὰς τρίχας», Ησύχ.).

Greek Monotonic

ξανθίζω: (ξανθός), Αττ. μέλ. -ιῶ, κάνω κάτι ξανθό ή κοκκινωπό με ψήσιμο ή τηγάνισμα, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

ξανθίζω:
1) окрашивать в светло-русый цвет, делать золотисто-желтым: γυναῖκες ἐξανθισμέναι Arph. женщины в золотисто-желтых платьях или с окрашенными в золотистый цвет волосами;
2) поджаривать до красноты, подрумянивать на огне (ὀπτᾶν καὶ ξ. τι Arph.).

Middle Liddell

Ξανθίζω, ξανθός
to make yellow or brown, by roasting or frying, Ar.