Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθομήλινος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ξανθομήλινος Medium diacritics: ξανθομήλινος Low diacritics: ξανθομήλινος Capitals: ΞΑΝΘΟΜΗΛΙΝΟΣ
Transliteration A: xanthomḗlinos Transliteration B: xanthomēlinos Transliteration C: ksanthomilinos Beta Code: canqomh/linos

English (LSJ)

ον,

   A greenish-yellow, Zos.Alch.p.243B.

Greek Monolingual

ξανθομήλινος, -ον (Α)
αυτός που έχει ξανθό χρώμα το οποίο κλίνει προς το ανοιχτό πράσινο του μήλου, πρασινοκίτρινος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + μήλινος (< μῆλον [Ι])].