Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθομήλινος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ξανθομήλινος Medium diacritics: ξανθομήλινος Low diacritics: ξανθομήλινος Capitals: ΞΑΝΘΟΜΗΛΙΝΟΣ
Transliteration A: xanthomḗlinos Transliteration B: xanthomēlinos Transliteration C: ksanthomilinos Beta Code: canqomh/linos

English (LSJ)

ον,

   A greenish-yellow, Zos.Alch.p.243B.

Greek Monolingual

ξανθομήλινος, -ον (Α)
αυτός που έχει ξανθό χρώμα το οποίο κλίνει προς το ανοιχτό πράσινο του μήλου, πρασινοκίτρινος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + μήλινος (< μῆλον [Ι])].