Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξανθοφυής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ξανθοφῠής Medium diacritics: ξανθοφυής Low diacritics: ξανθοφυής Capitals: ΞΑΝΘΟΦΥΗΣ
Transliteration A: xanthophyḗs Transliteration B: xanthophyēs Transliteration C: ksanthofyis Beta Code: canqofuh/s

English (LSJ)

ές,

   A yellow by nature, ἕλικες AP12.10 (Strat.) ; Δηώ, ἵππος, Nonn.D.6.113,37.122.

German (Pape)

[Seite 275] ές, von Natur goldgelb, blond, ἕλικες, Strat. 9 (XII, 10).

Greek (Liddell-Scott)

ξανθοφυής: -ές, ἐκ φύσεως ξανθός, ἕλικες Ἀνθ. Π. 12. 12· Δηώ, ἵππος Νόνν. Δ. 37. 122., 43. 58.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
naturellement jaune ou blond.
Étymologie: ξανθός, φύω.

Greek Monolingual

ξανθοφυής, -ές (Α)
αυτός που είναι εκ φύσεως ξανθός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξανθός + -φυής (< φύομαι), πρβλ. ιδιο-φυής].

Greek Monotonic

ξανθοφυής: -ές (φυή), αυτός που από τη φύση του είναι ξανθός· ξανθοφυεῖς ἕλικες, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

ξανθοφυής: золотисто-желтый по природе, натурального золотистого цвета (ἕλικες Anth.).

Middle Liddell

ξανθο-φυής, ές [φυή]
yellow by nature, ἕλικες Anth.