Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεινήϊον

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: ξεινήϊον Medium diacritics: ξεινήϊον Low diacritics: ξεινήϊον Capitals: ΞΕΙΝΗΪΟΝ
Transliteration A: xeinḗïon Transliteration B: xeinēion Transliteration C: kseiniion Beta Code: ceinh/i+on

English (LSJ)

τό, (ξεῖνος) only found in Ion. and Ep. form,

   A host's gift to a guest, in full δῶρα ξεινήϊα Od.24.273 ; ἀντὶ ποδὸς ξεινήϊον, ironically, 22.290 ; also, provision made for a guest, ξεινήϊα πολλὰ φαγόντε 4.33 : more generally, gifts of (guest-) friendship, ἀλλήλοισι πόρον ξεινήϊα καλά Il.6.218.

German (Pape)

[Seite 275] τό, ion. u. ep. = ξεινεῖον oder ξενεῖον (vgl. ξένιος), Gastgeschenk, welches der Wirth dem Gaste bei dessen Abreise zum Andenken zu geben pflegte, Hom.; auch δῶρα ξεινήἵα, Od. 24, 278; auch gegenseitig beschenken sich Gastfreunde damit, ἀλλήλοισι πόρον ξεινήἵα καλά, Il. 6, 218. – In Od. 4, 33, νῶἴ ξεινήἵα πολλὰ φαγόντε ἄλλων ἀνθρώπων, ist dabei auch an die Bewirthung bei Fremden, die Kost, welche dem Gaste gereicht wird, zu denken; in Od. 22, 290, τοῦτό τοι ἀντὶ ποδὸς ξεινήἵον, ist es mit bitterm Hohn für »Vergeltung« gebraucht, was nach Eust. sprichwörtllch wurde von denen, welchen das Böse, was sie verübt haben, mit Bösem vergolten wird.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
présent d’hospitalité.
Étymologie: ξεινήϊος.

Greek Monolingual

ξεινήιον, τὸ (Α)
(ιων. και επικ. τ.)
1. δώρο που έδινε εκείνος που φιλοξενούσε στον φιλοξενούμενο του όταν έφευγε προς ανάμνηση της φιλοξενίας («Ἀμφιδάμας δὲ Μόλῳ δῶκε ξεινήιον εἶναι», Ομ. Ιλ.)
2. στον πληθ. τὰ ξεινήια
δώρα που αντάλλασσαν οι φιλοξενούμενοι προς ανάμνηση της αμοιβαίας φιλοξενίας («οί δὲ και άλλήλοισι πόρον ξεινήια καλά», Ομ. Ιλ.)
3. οι τροφές που παρασκευάζονταν για τη φιλοξενία («ἦ μὲν δὴ νῶϊ ξεινήϊα πολλά φαγόντε ἄλλων ἀνθρώπων δεῡρ' ἱκόμεθ'», Ομ. Οδ.)
4. (γενικά) δώρο σε φίλο
5. μισθός, αμοιβή
6. (ειρωνικά) ανταπόδοση του κακού που έχει γίνει εις βάρος κάποιου με κακό, το αντίποινο, η τιμωρία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξεῖνος, ιων. τ. του ξένος + κατάλ. -ήια, κατά το πρεσβήια].

Greek Monotonic

ξεινήϊον: τό (ξεῖνος), Ιων. αντί ξενεῖον το οποίο απαντά· δώρο που προσφερόταν από τον οικοδεσπότη προς τον φιλοξενούμενο κατά την αναχώρηση του δεύτερου από το σπίτι, σε Όμηρ.· δῶρα ξεινήια, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ξεινήϊον: τό Hom. = ξένιον.