Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεινοβάκχη

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: ξεινοβάκχη Medium diacritics: ξεινοβάκχη Low diacritics: ξεινοβάκχη Capitals: ΞΕΙΝΟΒΑΚΧΗ
Transliteration A: xeinobákchē Transliteration B: xeinobakchē Transliteration C: kseinovakchi Beta Code: ceinoba/kxh

English (LSJ)

ἡ,

   A mad for love of the stranger, of Medea, Lyc. 175.

Greek (Liddell-Scott)

ξεινοβάκχη: ἡ, ἡ μανιώδης ἐξ ἔρωτος πρὸς τὸν ξένον, ἐπὶ τῆς Μηδείας, Λυκόφρ. 175.

Greek Monolingual

ξεινοβάκχη, ἡ (Α)
(για τη Μήδεια) αυτή που είναι μανιώδης εξαιτίας του έρωτα τον οποίο νιώθει για ξένο, δηλ. τον Ιάσωνα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξεῖνος, ιων. τ. του ξένος + βάκχη).