Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεμακραίνω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και ξεμακρύνω
1. απομακρύνω κάποιον από κάπου βαθμιαία («τον ξεμακρύναμε από αυτήν τη γυναίκα»)
2. απομακρύνομαι από κάπου σιγά σιγά
3. παύω να έχω σχέσεις, σταματώ να συναναστρέφομαι κάποιον («έχω ξεμακρύνει από τους φίλους μου»)
3. (η μτχ. αρσ. παθ. παρακμ.) ξεμακρεμένος, -η, -ο
αυτός που βρίσκεται μακριά («ξεμακρεμένο χωριό»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιτ. ξ(ε)- + μακραίνω / μακρύνω.