Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξεναγός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ξενᾱγός Medium diacritics: ξεναγός Low diacritics: ξεναγός Capitals: ΞΕΝΑΓΟΣ
Transliteration A: xenagós Transliteration B: xenagos Transliteration C: ksenagos Beta Code: cenago/s

English (LSJ)

ὁ, (ξένος, ἄγω)

   A commander of mercenary troops, Th.2.75 (ubi v. Sch.), X.HG 4.2.19, PCair.Zen.374.5 (iii B. C.), SIG556D3 (Delph., iii B. C.), etc. (Dor. form (Cretan acc. to AB284) adopted in Att. like other military terms.)    2 commander of a ξεναγία 1.2, Ael.Tact.9.4, Arr.Tact.10.3.    II cicerone, guide, Plu.2.567a, Hld.7.14 (v.l. -αγωγός).

German (Pape)

[Seite 275] (eigtl. dor. für ξενηγός, hat sich aber wie λοχαγός u. ä. in der attischen Kriegssprache erhalten), Anführer eines Heeres oder Abtheilung von Miethstruppen; Thuc. 2, 75; Xen. Hell. 4, 2, 19. 5, 2, 7; Posidipp. bei Ath. IX, 376 e (v. 7). – Auch = Führer der Fremden, wie Tim. lex. Plat. erkl. οἱ τοῖς ξένοις ἡγούμενοι ὁδόν; vgl. Plut. de S. N. V. g. E. p. 273.

Greek (Liddell-Scott)

ξενᾱγός: ὁ, (ἡγέομαι) ἡγεμὼν ἐπικούρων ἢ μᾶλλον μισθοφόρων (ξένων), Θουκ. 2. 75 (ἔνθα ἴδε τὸν Σχολ.), Ξεν. Ἑλλ. 4. 2, 19, κτλ. (Ὁ τύπος εἶναι Δωρικ. (Κρητικὸς κατὰ τὰ Α. Β. 284)· ἀλλ’ ὡς πολλοὶ ἄλλοι, μάλιστα στρατιωτικοὶ ὅροι παρελήφθη καὶ οὖτος εἰς τὴν Ἀττικήν, Πόρσ. εἰς Εὐρ. Ὀρ. 26, Λοβεκ. Φρύνιχ. 430). ΙΙ. ὁδηγὸς ξένου, Πλούτ. 2. 567Α, Ἡλιόδ. 7. 14.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
1 guide des étrangers;
2 commandant d’une troupe étrangère.
Étymologie: ξένος, ἡγέομαι.

Greek Monolingual

ο, η (ΑΜ ξεναγός, Α και ξενιαγός)
πρόσωπο που αναλαμβάνει να οδηγήσει ξένους στα αξιοθέατα ενός τόπου ή ενός χώρου
νεοελλ.
ξεναγέτης
αρχ.
1. αρχηγός στρατού ξένων μισθοφόρων («ἐπεὶ δὲ συνετάχθησαν ὡς ἑκάστους οἱ ξεναγοὶ ἔταξαν», Ξεν.)
2. (στους Κρήτες) ο αρχηγός ξενάγιας
3. το θηλ. η ξενοδόχος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξένος + -αγός (< ἄγω), πρβλ. λοχ-αγός. Ο τ. ξενιαγός < ξένια + -αγός].

Greek Monotonic

ξενᾱγός: ὁ (ἡγέομαι
I. διοικητής βοηθητικών ή μισθοφορικών στρατευμάτων (ξένοι), σε Θουκ., Ξεν. κ.λπ. (Δωρ. τύπος· αλλά, όπως πολλοί στρατιωτικοί όροι, υιοθετήθηκε από την Αττ.).
II. οδηγός ενός ξένου, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

ξενᾱγός: ὁ дор.
1) проводник чужеземцев Plut.;
2) ксенаг (командир отряда иностранных наемников) Thuc., Xen., Plut.

Middle Liddell

ξεν-ᾱγός, οῦ, ὁ, ἡγέομαι
I. a commander of auxiliary or mercenary troops (ξένοἰ, Thuc., Xen., etc. (The form is doric; but like many military terms, it was adopted in attic)
II. a stranger's guide, Plut.