Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξιφομάχαιρα

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ξῐφομάχαιρα Medium diacritics: ξιφομάχαιρα Low diacritics: ξιφομάχαιρα Capitals: ΞΙΦΟΜΑΧΑΙΡΑ
Transliteration A: xiphomáchaira Transliteration B: xiphomachaira Transliteration C: ksifomachaira Beta Code: cifoma/xaira

English (LSJ)

[μᾰ], ἡ,

   A sabre, Theopomp. Com.25, 7.2, IG12.282.118, 22.1380.

German (Pape)

[Seite 280] ἡ, Säbelschwert, der Gestalt u. dem Gebrauche nach Säbel u. Schwert zusammen, Theop. com. bei Poll. 7, 158; VLL.; der Scythe Ar. Thesm. 1127 macht daraus ξιπομάκαιρα.

Greek (Liddell-Scott)

ξῐφομάχαιρα: ἡ, ὅπλον τι μεταξὺ ξίφους καὶ μαχαίρας, Θεόπομπ. Κωμικ. ἐν «Καπηλίσιν» 2, πρβλ. ξιπομάκαιρα, ξιφοδρέπανον. -Καθ’ Ἡσύχ.: «ξιφομάχαιρα· ἡ μεγάλη μάχαιρα».

Greek Monolingual

η (Α ξιφομάχαιρα)
μεγάλο μαχαίρι που έχει σχήμα ξίφους και χρησιμοποιείται ως μαχαίρι και ως ξίφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ξίφος + μάχαιρα.