Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ξυλιστής

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: ξῠλιστής Medium diacritics: ξυλιστής Low diacritics: ξυλιστής Capitals: ΞΥΛΙΣΤΗΣ
Transliteration A: xylistḗs Transliteration B: xylistēs Transliteration C: ksylistis Beta Code: culisth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A = ξυλεύς, Sch.Pl. Smp.208d.

Greek (Liddell-Scott)

ξῠλιστής: -οῦ, ὁ, ὁ κόπτων ἢ συλλέγων ξύλα, Σχόλ. εἰς Πλάτ. Συμπ. σ. 206.

Greek Monolingual

ξυλιστής, ὁ (Α) ξυλίζω
αυτός που κόβει ή συλλέγει ξύλα, ξυλοκόπος.