Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οίστρος

Ὃν οἱ θεοὶ φιλοῦσιν ἀποθνήσκει νέος → He whom the gods love dies young
Menander, fr. 125

Greek Monolingual

ο (ΑΜ οἶστρος)
1. μεγάλη μύγα, κυκλόρραφο έντομο, που σύμφωνα με τη σημερινή επιστημονική ταξινόμηση αποτελεί γένος της οικογένειας οίστρίδες και του οποίου οι προνύμφες που εισδύουν στα διάφορα όργανα τών κατοικίδιων ζώων προκαλούν τις μυιάσεις και ιδίως τον λεγόμενο ίλιγγο του οίστρου που «ξετρελαίνει» τα προσβληθένα ζώα κν. σήμερα αλογόμυγα ή βοϊδόμυγα («τοῖς ταύροις τὸν οἶστρον ἐνδύεσθαι περὶ τὸ οὖς... καὶ τοῖς κυσὶ τὸν κρότωνα», Πλούτ.)
2. οτιδήποτε εξάπτει υπερβολικά, καθετί που οδηγεί σε τρέλα, παραφροσύνη («οἶστρός τις κινεῖ σε ἐμφυόμενος ἐκ παλαιῶν ἀδικημάτων», Πλάτ.)
3. διέγερση, παροξυσμός
4. μανία, τρέλα, παραφροσύνη
5. σφοδρή επιθυμία, παράφορο πάθος
νεοελλ.
1. κατάσταση ψυχικής ή πνευματικής έξαρσης, έμπνευση
2. βιολ. το σύνολο τών φυσιολογικών και ηθολογικών φαινομένων τα οποία προηγούνται, συνοδεύουν ή επακολουθούν της ωορρηξίας στις γυναίκες και στα θήλεα θηλαστικά, διάστημα κατά το οποίο το θηλυκό αναζητεί το αρσενικό και δέχεται τη σύζευξη
αρχ.
1. είδος εντόμων το οποίο καταδιώκει και καταπονεί το ψάρι τόνος
2. πλήγμα το οποίο προκαλεί ή επιφέρει πόνο ή αγωνία (α. «ὡς πρὶν ἐμπεσεῖν σπαραγμὸν ἤ τιν' οἶστρον», Σοφ.
β. «οὔτε γῆς σεισμὸς κεραυνοῦ τ' οἶστρος ὠδῑνας πνέων», Ευρ.)
3. ευγενής άμιλλα
4. είδος μικρού εντομοφάγου πτηνού
5. ρίψη κύβων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. παράγεται από το θ. της λ. οἴμα «βίαιη εφόρμηση», με επίθημα -τρος (πρβλ. κέσ-τρος, χύ-τρος) και η αρχική της σημ., επομένως, θα ήταν «αυτός που ωθεί, που διεγείρει». Ωστόσο, δεν μπορεί να εξακριβωθεί αν η λ. δήλωνε αρχικά τον δράστη (το έντομο που επιφέρει τρέλα, μανία) ή την ίδια την κατάσταση της παραφροσύνης. Η λ. έχει έναν παρλλ. τ. στη Λιθουανική: aistra «βίαιο πάθος». Η άποψη, τέλος, ότι η λ. συνδέεται με τη γλώσσα του Ησυχίου ἰστυάζει
ὀργίζεται, μέσω ενός ἰσ-τύ-ς, δεν θεωρείται πιθανή.
ΠΑΡ. αρχ. οιστρηδόν, οιστρήεις, οιστρώδης
αρχ.-μσν.
οιστρώ.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) οιστρήλατος
αρχ.
οιστροβολώ, οιστρογενέτωρ, οιστροδίνητος, οιστροδόνητος, οιστρομανής, οιστροπλάνεια, οιστροπλήξ, οιστροφόρος
μσν.
οιστροφόρητος
νεοελλ.
οιστρογόνος. (Β' συνθετικό) αρχ. πάροιστρος, φίλοιστρος.