Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οιακονόμος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

ο (Α οἰακονόμος)
νεοελλ.
ναυτ. αξιωματικός ή υπαξιωματικός προϊστάμενος τών οιακιστών ενός σκάφους
αρχ.
1. πηδαλιούχος, οίακιστής
2. (κατ' επέκτ.) διοικητής, κυβερνήτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οἴαξ, -ακος «πηδάλιο» + -νόμος].