Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οκλάζω

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

ὀκλάζω)
1. κάθομαι με κεκαμμένα τα σκέλη, κάθομαι σε μαζεμένη στάση με λυγισμένα τα γόνατα και με το σώμα στηριγμένο στα δάχτυλα τών ποδιών
2. (ιδίως για ζώο, όπως άλογο ή βόδι) πέφτω στα γόνατα και στηρίζω το βάρος του σώματός μου σε αυτά, γονατίζω («οἱ τοῖς ἵπποις ἐφάλλεσθαι μὴ δυνάμενοι, αὐτοὺς ἐκείνους ὀκλάζειν καὶ ὑποπίπτειν διδάσκουσι», Πλούτ.)
νεοελλ.
κάθομαι οκλαδόν
αρχ.
1. (για ταξιδιώτη) εξασθενώ από την κούραση, σωριάζομαι
2. κάμπτω, λυγίζω κάτι («ὀκλάζει μὲν τὰ ὀπίσθια ἐν τοῖς ἀστραγάλοις, αἴρει δὲ τὸ πρόσθεν σῶμα», Ξεν.)
3. (για άνεμο ή για ψυχικές καταστάσεις) χαλαρώνω, ηρεμώ, καταπραΰνομαι («ὤκλαζε αὐτοῖς ὁ θυμός», Ηλιόδ.)
4. ελαττώνω, περιορίζω κάτι («ὀκλάσας τὸν πόθον», Ηλιόδ.)
5. φρ. «θρόνος ὀκλάζων» — ο οκλαδίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. ὀκλάζω, κατά μία άποψη, προέρχεται από ένα αμάρτυρο ρ. ὀκλάω (πρβλ. δαμάζω: δαμάω), συνθ. με α' συνθετικό το προθεματικό μόριο -(ΙΙ) «μαζί» και β' συνθετικό το ρ. κλάω «σπάζω». Ωστόσο, κατ' άλλη άποψη, πρωτόθετη λ. της οικογένειας θα πρέπει να θεωρηθεί κάποιος ονοματικός τ.: ὀκλάς, -άδος, ὀκλαδία, ὀκλαδίας (< προθεματικό μόριο -(ΙΙ) + θ. κλαδ-, πρβλ. κλάδος, κλαδί), οπότε το ρ. ὀκλάζω θα αποτελεί παράγωγο τών τύπων αυτών. Η σύνδεση, τέλος, με τους τύπους του Ησύχ. κλωκυδά και ὀκκῦλαι
τὸ ὀκλάσαι καὶ ἐπὶ τῶν πτερνῶν καθῆσθαι προσκρούει σε μορφολογικές δυσχέρειες].