Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολιγόδενδρος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και λιγόδενδρος, -η, -ο (Α ὀλιγόδενδρος, -ον)
(για τόπο) αυτός που έχει λίγα δένδρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + δένδρον, πρβλ. πολύ-δενδρος].