Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολιγόδενδρος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

και λιγόδενδρος, -η, -ο (Α ὀλιγόδενδρος, -ον)
(για τόπο) αυτός που έχει λίγα δένδρα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὀλιγ(ο)- (βλ. λ. λιγο-) + δένδρον, πρβλ. πολύ-δενδρος].