Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ολότρομος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο
αυτός που τρέμει ολόκληρος, σε όλο το σώμα του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ολ(ο)- + -τρόμος (< τρόμος), πρβλ. κατά-τρομος].