Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομάδα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (ΑΜ ὁμάς, -άδος)
άθροισμα ατόμων ή ομοειδών αντικειμένων το οποίο λαμβάνεται ως ενιαίο σύνολο
νεοελλ.
1. (αθλ.) σύνολο αθλητών που συνεργάζονται κατά τη διεξαγωγή ενός αθλήματος και φέρουν συνήθως ομοιόμορφη στολή με καθιερωμένο χρώμα και έμβλημα (α. «ομάδα καλαθόσφαιρας» β. «ποδοσφαιρική ομάδα»)
2. γεωλ. τυπική λιθοστρωματογραφική ενότητα που περιλαμβάνει μία στρωματογραφική ακολουθία δύο ή περισσότερων γειτονικών σχηματισμών, οι οποίοι έχουν σημαντικά κοινά λιθολογικά χαρακτηριστικά
3. διάταξη παραγωγής συνεχούς ρεύματος με τη βοήθεια εναλλασσόμενου ρεύματος
4. μαθημ. α) σύνολο στοιχείων της ίδιας φύσης, στο οποίο περιλαμβάνεται κάθε στοιχείο μαζί με το αντίστροφό του
β) σύνολο μαθηματικών πράξεων, όπως είναι οι μεταθέσεις, αντικαταστάσεις, μετασχηματισμοί, συνδυασμοί, διατάξεις
5. (στατ.) σειρά στοιχείων που έχουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά
6. στρ. υποδιαίρεση της διμοιρίας
7. χημ. σύνολο χημικών στοιχείων που περιέχονται στην ίδια κατακόρυφη στήλη του περιοδικού συστήματος
8. φρ. α) «ομάδες αίματος»
(ανατ.-ιατρ.) κατηγορίες του αίματος με βάση ιδιότητες τών ερυθρών αιμοσφαιρίων, καθοριζόμενες από αντιγόνα
β) στρ. i) «ομάδα μάχης» — μικρό οργανικό τμήμα πεζικού υποδιαιρούμενο σε δύο υποομάδες
ii) «ομάδα πυροβόλων» — δύο ή τρία πολυβόλα που βάλλουν από κοινού
iii) «ομάδα πυροβολικού» — δύο ή τρεις μοίρες πυροβολικού που τίθενται προσωρινά υπό ενιαία διοίκηση
iν) «ομάδα μεραρχιών» — δύο ώς τέσσερεις μεραρχίες με ενιαία διοίκηση
ν) «ομάδα στρατιών» — ο μεγαλύτερος στρατιωτικός σχηματισμός χερσαίων δυνάμεων, που αποτελείται συνήθως από τρεις στρατιές και διοικείται από στρατάρχη
γ) μαθημ. i) «συνεχής ομάδα» — ομάδα της οποίας τα στοιχεία εξαρτώνται από ορισμένο αριθμό παραμέτρων
ii) «πεπερασμένη ομάδα» — ομάδα της οποίας τα στοιχεία εξαρτώνται από πεπερασμένο αριθμό παραμέτρων
δ) (οικον.) i) «ομάδα κεφαλαιούχων» — αριθμός προσώπων τα οποία διαθέτουν κεφάλαια για παραγωγική ή μόνο κερδοσκοπική τοποθέτηση
ii) «ομάδα μειοψηφίας»
(στις ανώνυμες εταιρείες) η ομάδα που έχει τη μειοψηφία τών μετοχών και δεν μετέχει στη διοίκηση της εταιρείας, αλλά έχει το δικαίωμα να ασκεί έλεγχο για την προστασία τών συμφερόντων της με δικούς της ελεγκτές
iii) «ομάδα πλειοψηφίας»
(στις ομώνυμες εταιρείες) η ομάδα που διαθέτει την πλειονότητα τών μετοχών και η οποία με την ψήφο της ελέγχει την εταιρεία
iv) «ομάδα πίεσης» — κοινωνική ομάδα η οποία συγκροτείται στη βάση κοινών συμφερόντων και επιδιώκει την προώθηση και επιβολή τών αιτημάτων της, εξασφαλίζοντας τη συνδρομή μερίδας του τύπου, καθώς και πολιτικών κ.ά. παραγόντων
ε) «ομάδα κομητών»
αστρον. σύνολο δύο ή περισσότερων κομητών οι οποίοι ακολουθούν την ίδια τροχιά, με διαφορετική όμως περίοδο ο καθένας
στ) «ομάδα συμμετρίας χώρου»
(κρυσταλλ.) καθένας από τους τρόπους με τους οποίους ο προσανατολισμός ενός κρυστάλλου μπορεί να μεταβληθεί χωρίς, όμως, εμφανή μεταβολή της θέσης τών ατόμων του
ζ) «χαρακτηριστική ομάδα»
χημ. συνδυασμός ατόμων ο οποίος αποτελεί τμήμα του μορίου μιας χημικής ένωσης και συμμετέχει σε χαρακτηριστικές χημικές αντιδράσεις επηρεάζοντας, συχνά, τη χημική δραστικότητα του υπόλοιπου μορίου
η) «ομάδα αναφοράς»
(κοινων.) κοινωνική ομάδα με την οποία το άτομο νιώθει ότι ταυτίζεται και προς την οποία προσβλέπει να σχετίσει την ταυτότητά του
θ) «ομάδα κύματος»
φυσ. συρμός κυμάτων πεπερασμένου μήκους ο οποίος, συνήθως, έχει ολικό μήκος της τάξης τών τριών ή τεσσάρων μηκών κύματος
ι) «ομάδα ανεφοδιασμού»
ναυτ. ομάδα πλοίων τα οποία μπορούν να εγκαταλείψουν το πεδίο της δράσης πρόσκαιρα με σκοπό τον ανεφοδιασμό τών υπόλοιπων πλοίων
ια) «ομάδα υψηλού κινδύνου» — κοινωνική κατηγορία ατόμων που κινδυνεύουν να προσβληθούν, πρώτα, κατά χρονική έννοια, από μολυσματική νόσο και, ιδίως, από ΕΪΤΖ
νεοελλ.-μσν.
όμιλος ατόμων τα οποία ενώνουν την προσπάθειά τους για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού («ερευνητική ομάδα»)
μσν.
κοινότητα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. ὁμοῦ του ὁμός + επίθημα -άς, -άδος. Η λ. συνδέεται σημασιολογικά με την οικογένεια του ὅμαδος «ομαδικός θόρυβος» (πρβλ. ὁμαδεύω «συναθροίζω, συγκεντρώνω»)].