Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομογενής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

-ές (ΑΜ ὁμογενής, -ές)
1. αυτός που προέρχεται από το ίδιο γένος, την ίδια φυλή ή την ίδια οικογένεια, αυτός που έχει κοινή καταγωγή με άλλον, ομοεθνής
2. αυτός που έχει τα ίδια γενικά χαρακτηριστικά με άλλον
νεοελλ.
1. ομοιογενής, ομοιόμορφος
2. (το αρσ. και το θηλ. ως ουσ), ο, η ομογενής
Έλληνας εγκατεστημένος στο εξωτερικό
3. φυσ.-χημ. (για χημικά στοιχεία ή ενώσεις) αυτός που σε όλα του τα σημεία έχει τις ίδιες φυσικές και χημικές ιδιότητες
4. φυσ. (για μαγνητικό ή ηλεκτρικό πεδίο) αυτός του οποίου η ένταση έχει παντού την ίδια τιμή
5. φρ. «ομογενής αντίδραση»
χημ. αντίδραση που πραγματοποιείται σε μία μόνη φάση, αέρια, υγρά ή στερεά, σε αντιδιαστολή με την ετερογενή, η οποία συντελείται σε περισσότερες από μια φάσεις
αρχ.
1. (ως επίθ. και ως ουσ.) ο εξ αίματος συγγενής
2. αυτός που ανήκει στο ίδιο είδος
3. το αρσ. ως ουσ.ὁμογενής
φιλικό πρόσωπο
4. φρ. «ὁμογενῆ μιάσματα» — φόνος μέσα σε μια οικογένεια (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)- + -γενής (< γένος), πρβλ. μονο-γενής, πολυ-γενής].