Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομοιόχρονος

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμοιόχρονος, -ον)
1. αυτός που έχει ίση διάρκεια, ισόχρονος
2. (ειδ. στην προσωδία) αυτός που έχει ίσο χρόνο προφοράς, που έχει την ίδια προσωδία, που διαρκεί το ίδιο στην προφορά με έναν άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + χρόνος (πρβλ. ετερό-χρονος)].