Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ομοιόχρονος

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

-η, -ο (Α ὁμοιόχρονος, -ον)
1. αυτός που έχει ίση διάρκεια, ισόχρονος
2. (ειδ. στην προσωδία) αυτός που έχει ίσο χρόνο προφοράς, που έχει την ίδια προσωδία, που διαρκεί το ίδιο στην προφορά με έναν άλλο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομοι(ο)- + χρόνος (πρβλ. ετερό-χρονος)].