Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οξεία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Α ὀξεῑα)
γραμμ.
1. (στο πολυτονικό σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας) το ειδικό σημείο (') με το οποίο δηλώνεται ο οξύς τόνος της λέξης, λ.χ. γράφω, σοφία, εδώ
2. (στο μονοτονικό σύστημα γραφής) το συμβατικό σημείο (') με το οποίο δηλώνεται η συλλαβή που προφέρεται πιο έντονα
νεοελλ.
1. (βυζ. μουσ.) α) ένα από τα 14 σημεία που απαντά σε ευαγγελιστάρια και άλλα κείμενα, με άγνωστη σημασία
β) ένας από τους 14 έμφωνους χαρακτήρες της υποδιαίρεσης ανιόντες της τάξης σώματα της παλαιάς βυζαντινής μουσικής
γ) σύμβολο αναβάσεως
αρχ.
(κατά το λεξ. Σούδα) «ἡ λόγχη
καὶ παροιμία δι' ὀξείας δραμεῑν, ἐπὶ τῶν διακινδυνευόντων».
[ΕΤΥΜΟΛ. Ουσιαστικοποιημένος τ. του θηλ. οξεία (ενν. προσωδία, φωνή) του επιθ. οξύς (πρβλ. βαρεία)].