Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οπάων

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

ὀπάων, -ονος, ιων. τ. ὀπέων, -ωνος ή -ονος, ὁ (Α)
1. σύντροφος στον πόλεμο, συμπολεμιστής
2. υπασπιστής
3. ακόλουθος, θεράπων («οἵ τέ σφεων ὀπέονες ἀποπεμφθέντες... ἀποκεκληίατο ὑπὸ τῆς ἵππου», Ηρόδ.)
4. ως επίθ. αυτός που ακολουθεί, ο επόμενος («ὀπάονι ῥιπῇ», Οππ.)
5. φρ. «ὀπάων μήλων» — βοσκός, ποιμένας (Πίνδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. οπάζω].