Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ορογενής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ὁρογενής, -ές (Α)
αυτός που γεννήθηκε από κάποιον όρο («μονάς ὁρογενής οὖσα», Ιάμβλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ορο- (βλ. λ. όρος [II]) + -γενής (< γένος < γίγνομαι)].