Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οσάκις

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(ΑΜ ὁσάκις, Α και ὁσσάκις και ὁσσάκι)
επίρρ. όσες φορές, κάθε φορά που, όποτε.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ὅσος / ὅσσος + επιρρμ. κατάλ. -άκις (πρβλ. ολιγιστ-άκις)].