Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ουδείς

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ουδεμία, ουδέν (AM οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν, Α αρσ. και οὐθείς, ουδ. και οὐθέν)
(αόρ. αντων. που κλίνεται κατά το εἷς, μία, ἕν)
1. ούτε ένας, κανένας («οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν», ΚΔ)
2. το ουδ. ως ουσ. το ουδέν
κανένα πράγμα, τίποτε
3. φρ. «οὐδὲν ἧττον» — ουδόλως ολιγότερο