Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ούτως

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.

Greek Monolingual

και ούτω (ΑΜ οὕτως και οὕτω) ούτος
(το ούτως συν. πριν από φωνήεν, ενώ το ούτω πριν από σύμφωνο) (τροπ. επίρρ.) κατ' αυτό τον τρόπο, τοιουτοτρόπως, έτσι («οὕτω καὶ ὑμεῑς ποιεῑτε αὐτοῑς», ΚΔ)
νεοελλ.
φρ. α) «ούτως εχόντων τών πραγμάτων» — κάτω από αυτές τις συνθήκες ή περιστάσεις, όπως έχουν τα πράγματα
β) «ούτως ή άλλως» — πάντως, οπωσδήποτε, έτσι κι αλλιώς
γ) «ούτως ειπείν» — κατά κάποιον τρόπο, σαν να λέμε
αρχ.
Ι. 1. (όταν αναφέρεται σ' αυτό που ακολουθεί) ως εξής («οὕτω χρὴ ποιεῑν ἐάν...», Ξεν.)
2. (μερικές φορές με συμπερ. έννοια) γι' αυτό, όθεν
3. (με επίθ. ή επίρρ.) τόσο πολύ (α. «καλὸς, οὕτω», Ομ. Ιλ.
β) «οὐκ ἔστιν οὕτω μῶρος ὃς θανεῑν ἐρᾷ», Σοφ.)
4. (με μειωτική δύναμη) απλώς μόνο
5. εκ του προχείρου, αμέσως («ἄλλ' οὕτως ἄπει;», Σοφ.)
II. ΙΔΙΑΖΟΥΣΕΣ ΧΡΗΣΕΙΣ: 1. με προστακτική για έμφαση («κεῑσ' οὕτως», Ομ. Ιλ.)
2. για ευχές ή προσευχές («ὅτω νῡν Ζεὺς θείη» — έτσι να δώσει ο θεός, Ομ. Οδ.)
3. κατά την έναρξη διήγησης
III. ΘΕΣΗ: 1. συν. τίθεται πριν από τη λέξη που προσδιορίζει, αλλά στους ποιητές μερικές φορές μετά από αυτήν («λίην οὕτω», Ομ. Οδ.)
2. σπαν. στο τέλος πρότασης
3. μερικές φορές χωρίζεται από τη λέξη που προσδιορίζει («οὕτως ἔχει τι δεινόν», Σοφ.).