Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οἴμοι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: οἴμοι Medium diacritics: οἴμοι Low diacritics: οίμοι Capitals: ΟΙΜΟΙ
Transliteration A: oímoi Transliteration B: oimoi Transliteration C: oimoi Beta Code: oi)/moi

English (LSJ)

exclam. of pain, fright, pity, anger, grief, also of surprise, prop. οἴ μοι

   A ah me ! woe's me ! first in Thgn. and Trag. (v. infr.) (in Hom. always ὤ μοι) ; οἴμ' ὡς τεθνήξεις Ar.Ach.590 ; and Com., οἴμ' ὡς ἥδομαι Id.Nu.773 : mostly abs., or with a nom., οἴ. ἐγὼ σοῦ μέλεος cj. in S.Tr.971 (lyr.) ; οἴ. δείλαιος Ar.Eq.139 : ironical, οἴ., καταύδα oh ! denounce it, S.Ant.86 : sts. c. gen. causae, οἴ. ἀναλκείης Thgn. 891 ; οἴ. φρενὸς σῆς E.Hipp.1454 ; οἴ. ταλαίνης συμφορᾶς S.El.1179 ; οἴμοι μοι Ar.Pax257 (really οἰμοιμοῖ acc. to A.D.Adv.177.3) :—the forms ᾤμοι and ὤμοι are freq. found in codd., as of S.Tr.l.c.,Aj. 980, OC202 (lyr.), etc.; ὤμοι is acknowledged by A.D.Adv.126.27. (οἴμοι may become οἴμ' by elision in Trag. and Com. before ὡς, οἴμ' ὡς ἔοικας ὀρθὰ μαρτυρεῖν S.Aj.354, cf. Ant.320,1270, Ar.ll.cc., Cratin. 183 : freq. written οἴμμοι in codd. of LXX.)

Greek (Liddell-Scott)

οἴμοι: ἐπιφώνημα ἄλγους, τρόμου, οἴκτου, θυμοῦ, θλίψεως, ὡσαύτως καὶ ἐκπλήξεως, κυρίως οἴ μοι, ἀλλοίμονον εἰς ἐμέ! πρῶτον παρὰ Θεόγν. (διότι παρ’ Ὁμ. ἀείποτε ὤ μοι), ἀκολούθως συχν. παρὰ τοῖς Τραγ. οἴμ’ ὡς τεθνήξεις Ἀριστοφ. Ἀχ. 590· κωμικῶς, οἴμ’ ὡς ἥδομαι Νεφ. 773· - τὸ οἴμοι κεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπολύτως ἢ συντάσσ. μετ’ ὀνομ., οἴμοι ἐγὼ τλάμων, οἴμοι τάλας, οἴμοι δείλαιος κτλ., Σοφ. Τρ. 971, Αἴ. 340, κτλ., εἰρωνικῶς, οἴμοι, καταύδα, «ἄχ, εἰπέ το», ὁ αὐτ. ἐν Ἀντ. 86· - οὐχὶ σπανίως μετ’ γεν. τῆς αἰτίας, οἴμοι ἀναλκείης Θέογν. 887· οἴμοι τῶν κακῶν, οἴμοι γέλωτος, κτλ., συχν. παρὰ Τραγ., πρβλ. Monk εἰς Εὐρ. Ἱππ. 1452, Jelf Gr. Gr. § 489· - οἴμοι μοι, ὡσαύτως ἀπαντᾷ, ὡς τὸ ὤ μοί μοι, ἀλλ’ ἔδει νὰ γράφηται οἰμοιμοῖ, κατὰ τὸν Ἀπολλ. Δύσκ. ἐν Α. Β. 588· ἴδε Δινδ. εἰς Ἀριστοφ. Εἰρ. 258. - Τὰ Ἀντίγραφα συχνάκις ἔχουσιν ᾤμοι ἢ ὤμοι, ὡς παρὰ Σοφ. Αἴ. 227, 980, Ο. Κ. 202, κτλ. Τὸν τύπον τοῦτον ἀναγνωρίζει ὁ Ἀπολλ. ἐν Α. Β. 536. [Ἡ τελευταία συλλ. τοῦ οἴμοι δύναται νὰ πάθῃ ἔκθλιψιν παρὰ τοῖς Τραγ. καὶ κωμ. πρὸ τοῦ ὡς, οἴμ’ ὡς ἔοικας ὀρθὰ μαρτυρεῖν Σοφ. Αἴ. 354, πρβλ. Ἀντ. 320, 1270, Ἀριστοφ. ἔνθ’ ἀνωτ., Κρατῖνος ἐν «Πυτίνῃ» 3.]

French (Bailly abrégé)

interj. marquant d’ord. la douleur, la pitié, le regret;
se construit;
1 abs.
2 avec un subst. ou un adj. au nom. : οἴμοι τάλας SOPH hélas ! infortuné que je suis ; au voc. : οἴμοι, πάτερ SOPH infortuné père ! ; au gén. : οἴμοι ταλαίνης τῆσδε συμφορᾶς SOPH hélas ! déplorable événement !;
3 avec μοι répété : οἴμοι μοι SOPH malheureux ! hélas ! malheureux.
Étymologie: οἴ, μοι dat. de ἐγώ.

Greek Monolingual

(ΑΜ οἴμοι, Α και ὤμοι και ᾤμοι)
(επιφών. για έκφραση θλίψης, πόνου, οίκτου, τρόμου και απροσδόκητης συμφοράς) αλίμονοοἴμοι ταλαίνης ἆρα τῆσδε συμφορᾱς», Σοφ.
[ΕΤΥΜΟΛ. Επιφώνημα σχηματισμένο από το επιφών. οἴ και τη δοτ. μοι του α' προσ. της προσωπικής αντων. (βλ. και οίκτος, οιζύς)].

Greek Monotonic

οἴμοι: επιφών. πόνου, τρόμου, συμπόνοιας, θυμού, λύπης, επίσης έκπληξης, κυρίως οἴμοι, αλίμονό μου! σε μένα! σε Θέογν., Τραγ.· το οἴμοιτίθεται κατά κανόνα απόλ. ή χρησιμ. συνοδευόμενο από ονομ., οἴμοι ἐγὼ τλάμων, οἴμοι τάλας κ.λπ., σε Σοφ.· με γεν. της αιτίας, οἴμοι τῶν κακῶν, οἴμοι γέλωτος, αλίμονο για τις συμφορές μου, για το γέλιο μου, στους Τραγ. (η τελευταία συλλαβή του οἴμοι μπορεί να πάθει έκθλιψη πριν από το ὡς).

Russian (Dvoretsky)

οἴμοι: тж. раздельно interj.
1) выраж. скорби о горе мне!, увы!, ах!, о! (οἴ. ἐγὼ τλάμων! Soph.): οἴ. πάτερ! Soph. бедный отец!; οἴ. ταλαίνης τῆσδε συμφορᾶς! Soph. о, какое ужасное несчастье!; οἴμ᾽ ὡς τεθνήξεις! Arph. ты погибнешь несчастный!; οἴ. μοι! Soph. о горе мне, горе!;
2) возглас удивления или радости: οἴμ᾽ ὡς ἥδομαι! Arph. ах, как я доволен!

Frisk Etymological English

Grammatical information: excl.
Meaning: exclamation of pain (Thgn. trag.)
Origin: ONOM [onomatopoia, and other elementary formations]
Etymology: Cf. οἰζύς, οἶκτος.

Middle Liddell


exclam. of pain, fright, pity, anger, grief, also of surprise, properly οἴ μοι ah me! woe's me! Theogn., Trag.:— οἴμοι is mostly absol., or is used with a nom., οἴμοι ἐγὼ τλάμων, οἴμοι τάλας etc., Soph.;—c. gen. causae, οἴμοι τῶν κακῶν, οἴμοι γέλωτος ah me for my misfortunes, for the laughter, Trag. [The last syll. in οἴμοι may be elided before ὡς.]