Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

οὐατοκοίτης

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: οὐᾰτοκοίτης Medium diacritics: οὐατοκοίτης Low diacritics: ουατοκοίτης Capitals: ΟΥΑΤΟΚΟΙΤΗΣ
Transliteration A: ouatokoítēs Transliteration B: ouatokoitēs Transliteration C: ouatokoitis Beta Code: ou)atokoi/ths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A = ἐνωτοκοίτης, Nonn.D.26.94,99,30.315.

German (Pape)

[Seite 408] ὁ, der auf den Ohren liegt und schläft, Nonn. öfter.

Greek (Liddell-Scott)

οὐᾰτοκοίτης: -ου, ὁ, ὁ ἐπὶ τοῦ ὠτὸς αὐτοῦ κοιμώμενος, Νόνν. Δ. 26. 94, κλ., πρβλ. ἐνωτοκοίτης.

Greek Monolingual

οὐατοκοίτης, ὁ (Α)
(ονομ. ατόμων μυθικής ινδικής φυλής που είχαν πολύ μακριά αφτιά) αυτός που κοιμάται πάνω στα αφτιά του.
[ΕΤΥΜΟΛ. < οὖς, οὔατος «αφτί» (βλ. λ. ους) + -κοίτης (< κοίτη «κλίνη»), πρβλ. ανεμο-κοίτης].