Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάνοπλος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: πᾰνοπλος Medium diacritics: πάνοπλος Low diacritics: πάνοπλος Capitals: ΠΑΝΟΠΛΟΣ
Transliteration A: pánoplos Transliteration B: panoplos Transliteration C: panoplos Beta Code: pa/noplos

English (LSJ)

ον,

   A in full armour, with all harness on, Tyrt. l.c. (-ίοισι codd. vett.); στρατός A.Th.59; ὄχλος E.Ph.149 (lyr.), cf. 671 (lyr.); τεύχη πάνοπλά τ' ἀμφιβλήματα suits of full armour, ib. 779; νικᾶν πάνοπλον in the heavy-armed contest, POxy.1110.6 (ii A. D.).

German (Pape)

[Seite 461] ganz, schwer gerüstet; Ἀργείων στρατός, Aesch. Spt. 59; Eur. Rhes. 22; ὄχλος, Phoen. 151, öfter.

Greek (Liddell-Scott)

πάνοπλος: [ᾰ], -ον, ὁ ἔχων πλήρη τὸν ὁπλισμὸν, ὡπλισμένος μὲ ὅλα τὰ ὅπλα του, στρατὸς Αἰσχύλ. Θήβ. 59· ὄχλος Εὐρ. Φοίν. 149, πρβλ. 675· τεύχη πάνοπλά τ’ ἀμφιβλήματα, ἐπὶ τελείου ὁπλισμοῦ, αὐτόθι 779· Ἐπίρρ. -πλως, Τζέτζ. Ἀλληγ. Ἰλ. Μ. 34.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
armé de toutes pièces, pesamment armé.
Étymologie: πᾶν, ὅπλον.

Greek Monolingual

-η, -ο / πάνοπλος, -ον, ΝΜΑ
οπλισμένος με όλα τα όπλα του, αυτός που έχει όλο τον απαραίτητο οπλισμό για μια μάχηπάνοπλος Ἀργείων στρατός», Αισχύλ.)
νεοελλ.
μτφ. ο άριστα προετοιμασμένος για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης ή μιας περίστασης, ο άριστα εφοδιασμένος
αρχ.
φρ. α) «πάνοπλα ἀμφιβλήματα» — πανοπλία, πλήρης εξοπλισμός, Ευρ.
β) «νικᾱν πάνοπλον» — το να νικά κανείς σε αγώνα στον οποίο συμμετέχουν αντίπαλοι με πλήρη οπλισμό, πάνοπλοι πάπ..
επίρρ...
πανόπλως Μ
με όλη την πανοπλία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παν- + ὅπλον (πρβλ. έν-οπλος)].

Greek Monotonic

πάνοπλος: [ᾰ], -ον (ὅπλον), άνθρωπος με πλήρη οπλισμό, πάνοπλος, σε Αισχύλ., Ευρ.· πάνοπλα ἀμφιβλήματα, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

πάνοπλος: (ᾰ)
1) тяжеловооруженный, в полном вооружении (Ἀργείων στρατός Aesch.; ὄχλος Eur.);
2) (о вооружении) полный (τεύχη πάνοπλα Eur.).

Middle Liddell

πά˘ν-οπλος, ον, ὅπλον
in full armour, full-armed, Aesch., Eur.; πάνοπλα ἀμφιβλήματα suits of full armour, Eur.