Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάρεδρος

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Full diacritics: πάρεδρος Medium diacritics: πάρεδρος Low diacritics: πάρεδρος Capitals: ΠΑΡΕΔΡΟΣ
Transliteration A: páredros Transliteration B: paredros Transliteration C: paredros Beta Code: pa/redros

English (LSJ)

ον, (ἕδρα)

   A sitting beside, as at table, τὰς γυναῖκας ἐσάγεσθαι π. Hdt.5.18 : generally, sitting beside, near, τινι E.Or. 83, Hec.616 ; Διὸς αἰετῶν π. ἱερέα Pi.P. 4.4.    II Subst., assessor, coadjutor, folld. by dat. or gen., Διὸς π., of Themis, Id.O.8.22, cf. Ar.Av.1753, Phylarch.24J. ; ἕτοιμος αὐτῷ (sc. Διί) π., of Rhadamanthys, Pi.O.2.76 ; ἵμερος… τῶν μεγάλων π. ἐν ἀρχαῖς θεσμῶν S.Ant.798 (lyr.) ; τᾷ Σοφίᾳ παρέδρους Ἔρωτας E. Med.843 ; Ἑρμᾶς Ἀφροδίτᾳ π. Epigr.Gr.783 (Cnidus), cf. 817, IG2.1298 ; καί με καλεῦσι πάρεδρον Hymn.Is.139 : freq. in Prose, of the counsellors of Xerxes, Hdt.7.147, cf. 8.138 ; of the Ephors at Sparta, Id.6.65 ; at Athens, of the assessors of the Archons, Decr. ap. And. 1.78, Archipp.27, Arist.Ath.56.1, IG22.1230, D.59.72, etc. ; of the assessors of other magistrates, as the Ἑλληνοταμίαι, IG12.302.3 ; the στρατηγοί, ib.40 ; the εὔθυνος, ib.127.19, 22.1629.239 ; lieutenant of a military commander, Hell.Oxy.10.1 ; τοξόται πάρεδροι in a naval battle, dub. in IG12.950.137.    2 metaph., Ἐρεχθέα τοῖς ἐν τῇ ἀκροπόλει θεοῖς π. ἀποδείξασα Aristid.1.119 J. ; π. ἡδονή secondary pleasure, Aristaenet.2.16.    III in Magic, assistant divinity, familiar spirit, PMag. Berol.1.54, PMag.Lond.121.884, Tab. Defix. Aud.155 A 20, PMag.Par.1.1850 : hence,    2 of things, giving magical aid, τρίστιχος Ὁμήρου π. ib.2145.

German (Pape)

[Seite 510] daneben, dabei sitzend oder seiend, bes. subst. Beisitzer, bei einem Gerichte oder einem andern Staatsamte; τῷ βασιλεῖ σημαίνει τις τῶν παρέδρων, Her. 8, 138; vgl. Harpocr., der aus Arist. anführt λαμβάνουσι δὲ παρέδρους ὅ τε ἄρχων καὶ ὁ πολέμαρχος, δύο ἑκάτερος, οὓς ἂν βούληται καὶ οὗτοι δοκιμάζονται ἐν τῷ δικαστηρίῳ πρὶν παρεδρεύειν. Uebh. Theilnehmer, Genosse, τινός, Pind. P. 4, 4; ἵμερος εὐλέκτρου νύμφας τῶν μεγάλων πάρεδρος ἐν ἀρχαῖς θεσμῶν, Soph. Ant. 792; τᾷ σοφίᾳ παρέδρους ἔρωτας, Eur. Med. 843; γύναι πάρεδρος χαλκέοις ὅπλοις, Troad. 572; Tischgenosse, Her. 5, 18 u. Folgde.

Greek (Liddell-Scott)

πάρεδρος: -ον, (ἕδρα) ὁ καθεζόμενος πλησίον τινὸς κατὰ τὴν ὥραν τοῦ δείπνου, τὰς γυναῖκας ἐσάγεσθαι παρέδρους Ἡρόδ. 5. 18· καθόλου, ὁ καθήμενος πλησίον, τινι Εὐρ. Ὀρ. 83, Ἑκάβ. 616· Διὸς αἰητῶν π. ἱρέα Πινδ. Π. 4. 7. ΙΙ. ὡς οὐσιαστ., ὁ συμπαρακαθήμενος, βοηθός, ἑταῖρος, ἑπομένης δοτ. ἢ γενικῆς, ἡ Θέμις καλεῖται Διὸς πάρεδρος, ὁ αὐτ. ἐν Ο. 8. 22· πρβλ. Ἀριστ. Ὄρν. 1417· ἀλλ’ ὁ Ραδάμανθυς αὐτῷ πάρεδρος ἕτοιμος, Πινδ. Ο. 2. 139· ὁ ἵμερος εἶναι μεγάλων π. θεσμῶν, Σοφ. Ἀντ. 796 (ἀλλὰ τὸ χωρίον εἶναι ἐφθαρμένον, ὡς δεικνύει τὸ μέτρον)· ὁ Εὐρ. καλεῖ τοὺς ἔρωτας τῇ σοφίᾳ παρέδρους, Μήδ. 843· οὕτως, Ἑρμᾶς Ἀφροδίτᾳ π. Ἐπιγράμμ. Ἑλλ. 783, πρβλ. 817, 924. 2) παρὰ τοῖς πεζογράφοις πάρεδρος ἦτο ὁ συγκαθήμενος ἢ βοηθὸς βασιλέως ἢ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐπὶ τῶν συμβούλων τοῦ Ξέρξου, Ἡρόδ. 7. 147., 8. 138· ἐπὶ τῶν Ἐφόρων ἐν Σπάρτῃ, ὁ αὐτ. 6. 65· ἐν Ἀθήναις οἱ τρεῖς ἀνώτατοι ἄρχοντες εἶχον ἕκαστος δύο παρέδρους κατὰ τὸν νόμον, ὧν ἔργον ἦτο νὰ βοηθῶσιν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν δικαστικῶν καθηκόντων, ἴδε· Ψήφισμα παρ’ Ἀνδοκ. 10. 39, Ἁρποκρ. ἐν λ.· «λαμβάνουσι δὲ παρέδρους ὃ τε ἄρχων καὶ ὁ βασιλεὺς καὶ ὁ πολέμαρχος δύο ἕκαστος, οὓς ἂν βούληται, καὶ οὗτοι δοκιμάζονται ἐν τῷ δικαστηρίῳ πρὶν παρεδρεύειν, καὶ εὐθύνας διδόασιν ἐπὰν παρεδρεύωσιν» Ἀριστ. Ἀθην. Πολιτ. σ. 80, 23, ἔκδ. Blass, Λεξικ. Ἀρχαιοτ. ἐν λ., οὕτω δὲ καὶ ἄλλοι ἄρχοντες, ὡς οἱ Ἑλληνοταμίαι, Συλλ. Ἐπιγρ. 144. 5., 148. 20 κἑξ., κτλ. 3) μεταφορ., Ἐρεχθέα τοῖς ἐν τῇ ἀκροπόλει θεοῖς π. ἀπέδειξαν Ἀριστείδ. 1. 119· π. ἡδονή, δευτερεύουσα ἡδ., Ἀρισταίν. 2. 16.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ, ἡ)
assis auprès de ; qui assiste à, qui participe à, associé à, gén. :
subst.πάρεδρος :
1 qui se tient à côté de, assistant de, gén. ou dat.;
2 assesseur d’un conseil ou d’un tribunal;
3 commensal;
4 associé, compagnon, gén..
Étymologie: παρά, ἕδρα.

English (Slater)

πάρεδρος (-ος, -ον, -ε.)
   1 one who sits beside, partner Ῥαδαμάνθυος, ὃν πατὴρ ἔχει μέγας ἑτοῖμον αὐτῷ πάρεδρον (O. 2.76) σώτειρα Διὸς ξενίου πάρεδρος Θέμις (O. 8.22) χρυσέων Διὸς αἰετῶν πάρεδρος ἱέρεα (P. 4.4) Ἐλείθυια, πάρεδρε Μοιρᾶν βαθυφρόνων (N. 7.1) ἦρα χαλκοκρότου πάρεδρον Δαμάτερος ἁνίκ' εὐρυχαίταν ἄντειλας Διόνυσον; (I. 7.3) π]άρεδρον[ (supp. Lobel) fr. 60. 10.

Spanish

asesor, asistente, conjuro para conseguir un demon asesor

Greek Monolingual

ο, η / πάρεδρος, -ον, ΝΜΑ
νεοελλ.
1. αναπλητωτής ανώτερου υπαλλήλου ή λειτουργού
2. φρ. α) «πάρεδρος πρωτοδικών» — ο πρώτος βαθμός της ιεραρχίας τών τακτικών δικαστών
β) «πάρεδρος Συμβουλίου Επικρατείας» — εισηγητής υποθέσεων στο Συμβούλιο Επικρατείας ο οποίος μετέχει στις συνεδρίες με συμβουλευτική ψήφο
γ) «πάρεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου» — λειτουργός που ασκεί τον προληπτικό έλεγχο του λογιστικού τών διαφόρων υποχρεώσεων
μσν.-αρχ.
1. αυτός που βρίσκεται δίπλα ή πολύ κοντά σε κάποιον
2. το αρσ. ως ουσ. α) υπηρέτης, άγγελος, αγγελιαφόρος θεού (α. «Διὸς πάρεδρος ἀσκεῑται Θέμις», Πίνδ.
β. «ὡς θεοῡ οἰκονόμοι καὶ ὑπηρέται», Ιγνάτ.)
β) αυτός που κατέχει υψηλή, τιμητική θέση (α. «ἵμερος... τῶν μεγάλων πάρεδρος ἐν ἀρχαῑς θεσμῶν», Σοφ.
β. «οἱ θεῑοι μάρτυρες... τοῦ Χριστοῦ πάρεδροι καὶ τῆς βασιλείας κοινωνοί», Ευσ.)
γ) εκείνος που παρέχει μαγική βοήθεια (α. «τρίστιχος Ὁμήρου πάρεδρος», μαγ. πάπ.
β. «καὶ δαίμονά τινα ἔχειν πάρεδρον»)
αρχ.
1. παρακαθήμενος στο δείπνο, ο συνδαιτυμόνας («καὶ τὰς κουριδίας γυναίκας εἰσάγεσθαι παρέδρους», Ηρόδ.)
2. το αρσ. ως ουσ. βοηθός, στενός συνεργάτης του βασιλιά της Περσίας, τών εφόρων στη Σπάρτη, τών τριών ανώτατων αρχόντων στην Αθήνα, τών Ελληνοταμιών
3. φρ. «πάρεδρος ἡδονή» — δευτερεύουσα ηδονή (Αρισταίν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + -εδρος (< ἕδρα), πρβλ. πρό-εδρος].

Greek Monotonic

πάρεδρος: -ον (ἕδρα
I. 1. αυτός που κάθεται δίπλα, παρακάθεται, όπως στο τραπέζι, σε Ηρόδ.· γενικά, καθισμένος δίπλα, κοντά, τινι, σε Ευρ.
II. 1. ως ουσ., εκτιμητής, επίκουρος, συνέταιρος, ακολουθ. από δοτ. ή γεν., σε Πίνδ., Ευρ.
2. στον πεζό λόγο, συγκαθήμενος ή βοηθός βασιλιά ή άρχοντα, σε Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

πάρεδρος: II ὁ и ἡ
1) паредр, член судилища, заседатель (τῶν μεγάλων π. θεσμῶν Soph.);
2) советник, помощник Her.;
3) спутник, сотоварищ (τᾷ σοφίᾳ πάρεδροι ἔρωτες Eur.).
сидящий рядом или вместе (γυναῖκες Her.): π. τινι Eur. сидящий рядом с кем-л.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πάρεδρος -ον [παρά, ἕδρα] zittend bij:. πάρεδρος χαλκέοις Ἕκτορος ὅπλοις zittend bij de bronzen wapenen van Hector Eur. Tr. 574. meestal subst. ὁ πάρεδρος assistent, helper; met gen.:; τῶν μεγάλων πάρεδρος... θεσμῶν helper van de machtige wetten Soph. Ant. 798; met dat.:; τᾷ Σοφίᾳ παρέδρους... Ἔρωτας Eroten als helpers van de Wijsheid Eur. Med. 843; raadgever; jur. assessor (van een magistraat).

Middle Liddell

πάρ-εδρος, ον, ἕδρα
I. sitting beside, as at table, Hdt.: generally, sitting beside, near, τινι Eur.
II. as Subst. an assessor, coadjutor, associate, foll. by dat. or gen., Pind., Eur.
2. in Prose, the assessor or coadjutor of a king or magistrate, Hdt.