Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πάρσιμο

Τοῦ ὅλου οὖν τῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ διώξει ἔρως ὄνομα → Love is the name for our pursuit of wholeness, for our desire to be complete
Plato, Symposium, 192e10

Greek Monolingual

το
1. το να παίρνει κανείς κάτι
2. η άλωση («το πάρσιμο της Πόλης»)
3. το να καταστεί μια επιφάνεια μικρότερη με κόψιμο («το πάρσιμο του μανικιού»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. παρ- της υποτακτικής αορ. πάρω του παίρνω + κατάλ. -σιμο (πρβλ. φέρ-σιμο)].