Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πέδη

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: πέδη Medium diacritics: πέδη Low diacritics: πέδη Capitals: ΠΕΔΗ
Transliteration A: pédē Transliteration B: pedē Transliteration C: pedi Beta Code: pe/dh

English (LSJ)

ἡ, (πέζα)

   A fetter : in pl., shackles, ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε χρυσείας, of horses, Il. 13.36 ; of men, τοῖς ἀδίκοις ἀμφιτίθησι πέδας Sol.4.34, cf. Thgn.539, A.Pr.6, Men.Her.3, Herod.3.95 ; πεδέων ζεῦγος pair of fetters, Hdt.7.35 ; ἐν πέδαις (v.l. ἐς πέδας) δῆσαί τινα put one in fetters, Id.5.77 ; αἱ πέδαι, ἐν τῇσι ἐδεδέατο ibid. ; ἐν πέδαις δῆσαι, φυλάττειν, etc., Pl.Lg.882b, Plu.2.181b, etc. : metaph., πέδαις ἀχαλκεύτοισι, of the robe in which Agamemnon was entangled, A.Ch.493 ; πέδας χειροῖν καὶ ποδοῖν ib.982 : in sg., of the poisoned robe of Nessus, S.Tr.1057 ; π. Ἑλληνικαί, of the fortresses of Chalcis, Corinth, and Demetrias, Plb.18.11.5, etc.    2 anklet, bangle, Ar.Fr.320.11, Philem.81, Luc.Lex.9.    3 of fishing-nets, E.Fr.670.5.    II mode of breaking in a horse by riding him in a figure-of-eight course (cf. ἱπποπέδη), X.Eq.3.5, 7.13 ; π. ἑτερομήκης, κυκλοτερής, ib.14.

German (Pape)

[Seite 541] ἡ, Fußfessel, gew. im plur.; für Pferde, ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε, Il. 13, 36; für Menschen, Theogn. 539; ἀδαμαντίνων δεσμῶν ἐν ἀῤῥήκτοις πέδαις, Aesch. Prom. 6. 76; πέδαις σφυρηλάτοις περιβαλών, Pers. 733; πέδας λύειν, Eum. 615; ἀργίας πέδας νομάδος ἐπιποδίας, Soph. O. R. 1349, der Tr. 1046 so auch das vergiftete Gewand nennt; Ar. Vesp. 435; u. in Prosa : πεδέων ζεῦγος, Her. 7, 35; ἐς πέδας δῆσαί τινα, Einen in Fußfesseln legen, 5, 77; ibd. τὰς πέδας ἐν τῇσι ἐδεδέατο; ἐν πέδαις δήσας, Plat. Legg. IX, 882 b; Folgde. – Auch eine Art, das Pferd zuzureiten, Schlangenschule à la grecque). Xen. Hipp. 7, 13.

Greek (Liddell-Scott)

πέδη: ἡ, (πέζα) δεσμά, Λατιν. pedica, compes, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τῷ πληθυντ., δεσμά, ποδόδεσμα, ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας ἔβαλε χρυσείας, ἐπὶ ἵππων, Ἰλ. Ν. 36· ἐπὶ ἀνθρώπων, τοῖς ἀδίκοις ἀμφιτίθησι πέδας Σόλων 3. 33, πρβλ. Θέογν. 538, Αἰσχύλ. Πρ. 6· πεδέων (Ἰωνικ.) ζεῦγος Ἡρόδ. 7. 35· ἐς πέδας δῆσαί τινα, δεσμεῦσαι διὰ πεδῶν, ὁ αὐτ. 5. 77· αἱ πέδαι, ἐν τῇσι ἐδεδέατο αὐτόθι· ἐν πέδαις δῆσαι, φυλάττειν, κτλ., Πλάτ. Νόμ. 882Α, Πλούτ. 2. 181Α , κτλ. · μεταφορ., πέδαις ἀχαλκεύτοις, ἐπὶ τοῦ χιτῶνος δι’ οὖ περιεπλάκη ὁ Ἀγαμέμνων, Αἰσχύλ. Χο. 493· πέδαις χεροῖν αὐτόθι 982· οὕτως ἐν τῷ ἐνικῷ ἐπὶ τοῦ δηλητηριασθέντος διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Νέσσου χιτῶνος, Σοφ. Τρ. 1057· τὰ φρούρια τῆς Χαλκίδος, Κορίνθου καὶ Δημητριάδος ἐκαλοῦντο π. Ἑλληνικαί, Πολύβ. 17. 11, 5, κτλ 2) περισφύριον κόσμημα, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 309. 11, Φιλήμων ἐν «Συνεφήβῳ» 1, πρβλ. Λουκ. Λεξιφάν. 9. ΙΙ. ὡς ὅρος τῆς ἱππικῆς τέχνης, τρόπος τῆς ἐξημερώσεως ἵππου, Ξεν. Ἱππ. 3. 5., 7. 13 καὶ 14, πρβλ. Sturz, Lex. Xen. Herm. Opusc. 1, 73 κἑξ.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
1 entrave, lien pour les pieds;
2 p. anal. anneau de femme, pour les jambes.
Étymologie: R. Πεδ, marcher ; cf. πούς, th. ποδ-.

English (Autenrieth)

(πούς): fetter, pl., Il. 13.36†.

English (Strong)

ultimately from πούς; a shackle for the feet: fetter.

English (Thayer)

πεδης, ἡ (from πέζα the foot, instep), a fetter, shackle for the feet: Homer down; the Sept..)

Greek Monolingual

η, ΝΑ
(ιδίως στον πληθ.) (για τα άλογα) δεσμός τών ποδιών από σχοινί ή αλυσίδα για να εμποδίζει την κίνησή τους, πέδικλο, ποδοπέδη, κν. κιουστέκι
νεοελλ.
1. (για πρόσ.) δεσμός τών χεριών τών εγκληματιών ή υποδίκων για να τους εμποδίζει να διαφύγουν κατά τη μεταφορά τους στο δικαστήριο ή στη φυλακή, χειροπέδη
2. (μηχανολ.) όργανο μέσω του οποίου επιτυγχάνεται η επιβράδυνση ή η ακινητοποίηση ή εξασφαλίζεται η ακινησία κινητού μηχανικού συγκροτήματος, κν. φρένο
3. φρ. α) «πέδη δοκιμαστηρίου» — συσκευή που χρησιμεύει στον υπολογισμό της ισχύος μιας μηχανής, περιλαμβάνει γενικά όργανο προσαρμοσμένο στην κινητήρια άτρακτο, που δεν συνδέεται μηχανικά προς αυτήν, αλλά παρασύρεται στην κίνησή της υπό την επίδραση παθητικών αντιστάσεων και διακρίνεται σε διάφορους τύπους
β) «πέδη τριβής» ή «πέδη του Προνύ» — πέδη που αποτελείται από τροχαλία σφηνωμένη επί της ατράκτου της μηχανής, και συσφίγγεται μεταξύ σιαγόνων, η τριβή τών οποίων απορροφά το παραγόμενο έργο και το μετατρέπει σε θερμότητα, μέθοδος απηρχαιωμένη που δεν εφαρμόζεται πλέον
γ) «πέδη αεροδυναμικής αντίστασης» ή «μύλος Ρενάρ» — παλιά μέθοδος κατά την οποία η προς μέτρηση ισχύς απορροφάται από την αντίσταση που προβάλλει ο αέρας στην περιστροφή μικρού μύλου σφηνωμένου στην άτρακτο της μηχανής, μέθοδος που επίσης έχει εγκαταλειφθεί
δ) «μαγνητική πέδη» — πέδη που εκμεταλλεύεται τα δινορρεύματα Φουκώ, τα οποία παράγονται από την περιστροφή, μέσα στο πεδίο ηλεκτρομαγνήτη, χάλκινου δίσκου στερεωμένου στην άτρακτο της δοκιμαζόμενης μηχανής
ε) «υδραυλική πέδη» ή «πέδη Φρούντε» — πέδη που απαρτίζεται από στροφείο στερεωμένο επί της ατράκτου της δοκιμαζόμενης μηχανής το οποίο στρέφεται, σε λουτρό νερού ή ελαίου, στο εσωτερικό στάτη συνδεδεμένου προς μοχλό, το άκρο του οποίου μπορεί να επενεργήσει επί του δίσκου ζυγαριάς ή ακόμη να φορτιστεί με σταθμά, ενώ κατά την περιστροφή, το στροφείο εκβάλλει το υγρό και τείνει να παρασύρει τον στάτη κατ' αναλογία προς την αναπτυσσόμενη ροπή
στ) «πέδη ηλεκτρική» — γεννήτρια που τήν περιστρέφει ο κινητήρας που δοκιμάζεται και στην οποία η μέτρηση της ισχύος του ηλεκτρικού ρεύματος που παράγει η γεννήτρια προσδιορίζει την ισχύ που αναπτύσσει ο κινητήρας, εφόσον είναι γνωστός ο συντελεστής ωφέλιμης ενέργειας της γεννήτριας
αρχ.
1. δεσμός τών ποδιών δούλων αιχμαλώτων και εγκληματιών ώστε να μην μπορούν να δραπετεύσουν, ποδόδεσμα
2. είδος κοσμήματος που φοριόταν γύρω από τα σφυρά του ποδιού
3. αλιευτικό δίχτυ
4. α) (ως όρος της ιππικής) τρόπος εξημέρωσης αλόγου
β) (κατά τον Ησύχ.) είδος ιππασίας
5. μτφ. α) (ειδικά) ο χιτών μέσα στον οποίο μπερδεύτηκε ο Αγαμέμνονας («πέδαις ἀχαλκεύτοῑς ὀθ' ἡρέθης», Αισχύλ.)
β) για τον χιτώνα που δηλητηριάστηκε από το αίμα του Νέσσου
6. μτφ. χαρακτηρισμός τών φρουρίων της Χαλκίδας, Κορίνθου και Δημητριάδος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. πέδη ανάγεται στην απαθή βαθμίδα της ΙΕ ρίζας ped- «πόδι» (βλ. λ. πους). Τον ίδιο φωνηεντισμό εμφανίζουν και οι λ. πέδιλον, πέδον, πεδίον, πέζα, πεζός. Για τη σημ. «δεσμός, εμπόδιο» πρβλ. ἐμποδών «μέσα στα πόδια, ως εμπόδιο» και τα λατ. pedica «δεσμός», im-pedio «εμποδίζω»].

Greek Monotonic

πέδη: ἡ (πέζα
I. ποδοπέδη, Λατ. pedica, compes, κυρίως στον πληθ., ποδοπέδες, αλυσίδες, σε Ομήρ. Ιλ. κ.λπ.· πεδέων (Ιων.) ζεῦγος, ζευγάρι δεσμών, σε Ηρόδ.· μεταφ., πέδαι ἀχάλκευτοι, δεσμά από σίδερο, λέγεται για το ένδυμα μέσα στο οποίο μπερδεύτηκε ο Αγαμέμνονας, σε Αισχύλ.
II. τρόπος εξημέρωσης του αλόγου, σε Ξεν.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πέδη -ης, ἡ [πούς] meestal plur. voetboei:; ἐν πέδαις δῆσαι in de boeien slaan Plat. Lg. 882b; kluister (voor paarden); Il. 13.36; overdr..; πέδαις δ ’ ἀχαλκεύτοις ἐθηρεύθης jij was gevangen in boeien zonder brons Aeschl. Ch. 493; armband.

Russian (Dvoretsky)

πέδη: ἡ (преимущ. pl.)
1) путы (ἀμφὶ δὲ ποσσὶ πέδας βαλεῖν Hom.);
2) оковы, цепи (ἐς πέδας δῆσαί τινα Her.; θείνειν πέδας Aesch.): πεδέων ζεῦγος Her. пара оков;
3) «путы» (способ выездки лошадей) (ἡ π. καλουμένη ἱππασία Xen.);
4) ножной браслет Arph., Luc.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: shackle, fetter (Il.).
Other forms: Dor. , mostly pl. -αι.
Compounds: Often as 2. member, esp. in poets and in late prose, e.g. ἱστο-πέδη; s. on ἱστός with lit.
Derivatives: Dimin. πεδ-ίσκη f. (Thebes IIIa), -ιον n. (EM); πεδή-της m. fettered one, prisoner (com., Herod., LXX), πέδων, -ωνος m. id. (Ar. Fr. 837); denonminative πεδ-άω, -ῆσαι, rarely w. κατα-, ἀμφι-, συν- to fetter, to bind, to shackle (esp. poet. since Il.), with πεδα-τάς m. (Dor.) fetterer (AP).
Origin: IE [Indo-European] [790] *ped- foot
Etymology: Deriv. of the old word for foot, which in Greek has o-ablaut in πούς (s. v.); cf. πέδον, -ίον, -ιλον, πέζα. Similar Lat. ped-ica shackle, im-ped-iō hinder, Germ. e.g. OWNo. fjǫturr m. shackle (PGm. *fetura-); s. W.-Hofmann s. v., WP. 2, 24f., Pok. 792.

Middle Liddell

πέδη, ἡ, πέζα
I. a fetter, Lat. pedica, compes, mostly in pl. fetters, shackles, Il., etc.; πεδέων (ionic) ζεῦγος a pair of fetters, Hdt.; metaph., πέδαι ἀχάλκευτοι fetters not forged by smiths, of the robe in which Agamemnon was entangled, Aesch.
II. a mode of breaking in a horse, Xen.

Frisk Etymology German

πέδη: {pédē}
Forms: dor. -α, meist pl. -αι,
Grammar: f.
Meaning: Fußfessel, Fessel (seit Il.).
Composita : Oft als Hinterglied, namentlich bei den Dichtern und in sp. Prosa, z.B. ἱστοπέδη; s. zu ἱστός mit Lit.
Derivative: Davon die Demin. πεδίσκη f. (Theben IIIa), -ιον n. (EM); πεδήτης m. mit Fesseln Versehener, Gefangener (Kom., Herod., LXX u. a.), πέδων, -ωνος m. ib. (Ar. Fr. 837); Denonminativum πεδάω, -ῆσαι, vereinzelt m. κατα-, ἀμφι-, συν- fesseln, binden, hemmen (vorw. poet. seit Il.), mit πεδατάς m. (dor.) der Fesseler (AP).
Etymology : Ableitung des alten Wortes für Fuß, das im Griech. nur mit o-Abtönung in πούς (s. d.) vorliegt; vgl. πέδον, -ίον, -ιλον, πέζα. Ähnlich lat. ped-ica Fessel, im-ped- hindern, germ. z.B. awno. fjǫturr m. Fessel (urg. *fetura-); s. W.-Hofmann s. v., WP. 2, 24f., Pok. 792.
Page 2,485

Chinese

原文音譯:pšdh 胚得
詞類次數:名詞(3)
原文字根:腳
字義溯源:腳鐐,腳鍊;源自(πούς)*=足,腳)
出現次數:總共(3);可(2);路(1)
譯字彙編
1) 腳鐐(3) 可5:4; 可5:4; 路8:29