Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πίσυνος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: πίσῠνος Medium diacritics: πίσυνος Low diacritics: πίσυνος Capitals: ΠΙΣΥΝΟΣ
Transliteration A: písynos Transliteration B: pisynos Transliteration C: pisynos Beta Code: pi/sunos

English (LSJ)

[ῐ], ον (not η, ον Eust.918.50), (πείθω)

   A trusting on, relying on, always c. dat., π. Διί Il.9.238; τόξοισιν π. 5.205; ἠνορέῃ π. καὶ κάρτεϊ χειρῶν 11.9, cf. Hes.Th.506 (Hom. and Hes. use only masc.); θεῷ, θεοῖσι, Pi.P.4.232, A.Th.212 (lyr.); ἰσχύϊ, ἐλπίδι, B.5.21, 12.221; ἀλκᾷ A.Supp.352 (lyr.); τοῖς περιδεξίοισι λόγοισι Ar.Nu.949; ὑμῖν Id.V.385; χρησμῷ, χρηστηρίῳ, Hdt.1.66,73, cf. 2.141: in Att. Prose only Th., τῇ δυνάμει τὸ πλέον π. ἢ τῇ γνώμῃ 2.89, cf. 5.14, 6.2 : in later Prose, Plot.4.8.1, Jul.Or.2.57a.    II obedient, τινι Orph.A.265,707.

German (Pape)

[Seite 621] trauend, sich verlassend auf eine Person od. eine Sache, im Vertrauen darauf; τόξοισιν, Il. 5, 205; Διΐ; 9, 238, u. öfter; θεῷ, Pind. P. 4, 232; θεοῖσι, Aesch. Spt. 194; ἀλκᾷ, Suppl. 347; Eur. Suppl. 133; Ar. Nub. 939 u. öfter; χρησμῷ, Her. 1, 66. 73 u. öfter; θεοῖς, 9, 143; Thuc. 2, 89. 5, 14; u. einzeln bei Sp., auch = folgsam, gehorsam, Orph. Arg. 263. 705.

Greek (Liddell-Scott)

πίσῠνος: [ῑ], -ον, οὐχὶ η, ον, Εὐστ. 918. 50· (πείθω)· ― πεποιθώς τινι, θαρρῶν, πίσυνος Διΐ, πεποιθὼς τῷ Διΐ, Ἰλ. Ι. 238· τόξοισιν π. Ε. 205· ἠνορέῃ π. καὶ κάρτεῑ χειρῶν Λ. 9. πρβλ. Ἡσ. Θ. 506 (ὁ Ὅμ. καὶ ὁ Ἡσ. ἔχουσι μόνον τὸ ἀρσ.)· θεῷ, θεοῖς Πινδ. Π. 4, 413, Αἰσχύλ. Θήβ. 212· ἀλκᾷ ὁ αὐτ. ἐν Ἱκέτ. 351· τοῖς περιδεξίοις λόγοις Ἀριστοφ. Νεφ. 949· ὑμῖν ὁ αὐτ. ἐν Σφ. 385· ― ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ ἐν χρήσει παρ’ Ἡροδ. 1. 66, 73., 2. 141, κ. ἀλλ.· ἀλλ.· ἐν τῇ Ἀττικῇ πεζολογίᾳ μόνον παρὰ Θουκ., τῇ δυνάμει τὸ πλέον π. ἢ τῇ γνώμῃ 2. 89, πρβλ. 5. 14., 6. 3. ΙΙ. ὑπήκοος, τινι Ὀρφ. Ἀργ. 263. 705.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui se confie à ou dans, qui se repose sur, τινι.
Étymologie: πείθω.

English (Autenrieth)

(πείθω): trusting in, relying upon, τινί.

English (Slater)

πῐςῠνος
   1 relying on c. dat. Ἰάσων θεῷ πίσυνος (P. 4.232)

Greek Monolingual

-ον, Α
1. αυτός που έχει εμπιστοσύνη σε κάποιον ή σε κάτι
2. ευπειθής, υπάκουος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. πίσυνος έχει σχηματιστεί από τη συνεσταλμένη βαθμίδα του θ. του ρ. πείθ-ω, κατ' αναλογία προς το επίθ. θάρσυνος).

Greek Monotonic

πίσῠνος: [ῑ], -ον (πείθω), αυτός που βασίζεται ή στηρίζεται, εύπιστος σε κάποιον άλλο, με πλήρη εμπιστοσύνη σ' αυτόν, με δοτ., σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ.

Russian (Dvoretsky)

πίσῠνος: (ῐ) доверяющий, уповающий, полагающийся, надеющийся (τόξοισιν Hom.; κάρτεϊ Hes.; θεοῖς Hom.; τῇ δυνάμει Thuc.).

Frisk Etymological English

See also: s. πείθομαι.

Middle Liddell

πί¯σῠνος, ον, πείθω
trusting on, relying or depending on, confiding in another, c. dat., Il., Hdt.

Frisk Etymology German

πίσυνος: {písunos}
See also: s. πείθομαι.
Page 2,545