Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παλαστή

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: πᾰλαστή Medium diacritics: παλαστή Low diacritics: παλαστή Capitals: ΠΑΛΑΣΤΗ
Transliteration A: palastḗ Transliteration B: palastē Transliteration C: palasti Beta Code: palasth/

English (LSJ)

ἡ,

   A = παλάμη, palm of the hand: hence, as a measure of length, palm, four fingers' breadth, IG12.372.35, Cratin.133, IG22.1665.10, 1666 A67,70, al. (iv B. C.), 11 (2).287 A95 (Delos, iii B. C.), CIG2860.14 (Delos), cf. Phryn.264, PLit.Lond. 183:—also παλαιστή, Hp.Nat.Mul.33, Arist.HA606a14, PCair.Zen.484.11 (iii B. C.), Plb.1.22.4, Hero Aut.3.1, *Geom.4.1, D.S.1.55, etc.; also παλαιστής, οῦ, ὁ, LXXEx.25.23(25), 3 Ki.7.24, Hero *Deff.131, *Geom.4.10, S.E. M.9.300; written παλεστής, POxy.669.27,34 (iii A. D.); cf. παλαιστιαῖος.

German (Pape)

[Seite 447] ἡ, att. = παλαιστή, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰλαστή: ἡ, = παλάμη, ἐντεῦθεν ὡς μέτρον μήκους, = παλάμη, πλάτος τεσσάρων δακτύλων (περίπου 0,08 τοῦ μέτρου, πρβλ. τέταρτον), Κρατῖνος ἐν «Νόμοις» 9, Φιλήμων ἐν «Ἐφεδρίταις» 1, κλ.· ἴδε δοχμή. - Τὸν παλαιὸν καὶ γνήσιον τύπον παλαστὴ ἐγκρίνει ὁ Φρύνιχ. 295, Φώτ., καὶ ἀπαντᾷ ἐν δοκίμῳ Ἀττ. ἐπιγραφ. (Συλλ. Ἐπιγραφ. 160· στήλ. 1. 28, 35, 37, κ. ἀλλ.) καὶ ἔν τινι Μιλησίᾳ (αὐτόθι 2869. 13), καὶ παλαστιαῖος ἐν ἑτέρᾳ Ἀττ. (Συλλ. Ἐπιγρ. 93)· ἀλλὰ παρὰ μεταγεν. συγγραφ. ὁ τύπος παλαιστὴ ἐπεκράτησε καὶ εἰσήχθη ὑπὸ τῶν ἀντιγραφέων εἰς τὸ κείμενον τῶν δοκιμωτάτων συγγραφέων· ἴδε παλαστιαῖος, πεντεπάλαστος, τριπάλαστος, καὶ πρβλ. Perizon. εἰς Αἰλ. Ποικ. Ἱστ. 13. 3.

French (Bailly abrégé)

ής (ἡ) :
paume de la main.
Étymologie: παλάμη.

Greek Monolingual

παλαστή και παλαιστή και αιολ. τ. παλαίστα, ἡ (Α)
1. η παλάμη του χεριού
2. μονάδα μετρήσεως μήκους που ισοδυναμούσε με τέσσερεις δακτύλους.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. παλαστή ανάγεται πιθ. στη συνεσταλμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας pel-ә2- «ευρύς, απλώνω» (βλ. και λ. παλάμη) και εμφανίζει επίθημα -στ-η, το οποίο απαντά και σε άλλες συγγενείς νοηματικώς λ. (πρβλ. ἀγο-στ-ός «παλάμη χεριού»)].

Greek Monotonic

πᾰλαστή: αργότερα παλαιστή, , = παλάμη, η παλάμη του χεριού ως μονάδα μήκους, παλάμη, πλάτος τεσσάρων δακτύλων, λίγο μεγαλύτερη από τρεις ίντσες.

Russian (Dvoretsky)

παλαστή: v. l. παλαιστή ἡ (тж. δῶρον, δοχμή и δακτυλοδοχμή) палеста (мера длины = 77 мм) Her. etc.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παλαστή -ῆς, ἡ, ook παλαιστή [~ παλάμη] handpalm (als lengtemaat).

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: flat of the hand, breadth of four fingers (IA).
Other forms: -άστα (Aeol.), sec. -αιστή (after παλαίω?; Hp., Arist., pap.), also -αιστής m. (LXX, Hero Deff. a. Geom.; after μετρητής a.o.)
Compounds: As 2. member e.g. in τρι-πάλα(ι)στος measuring three handbreadths (IA., hell.).
Derivatives: παλα(ι)στ-ιαῖος measuring a handbreadth (IA., hell.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: To the same verb for spread out as in παλάμη (s.v.), with the same old st-suffix as in several related words, e.g. ἀγοστός; s.v. w. further references. -- The word seems rather Pre-Greek, as is confirmed by the variation σ\/ισ (which prob. points to a palatal sy); cf. Furnée 296. Cf. on λεπαστή (s.v. λέπας).

Middle Liddell

= παλάμη
the palm of the hand: as a measure of length, a palm, four fingers' breadth, a little more than three inches.

Frisk Etymology German

παλαστή: (ion. att.),
{palastḗ}
Forms: -άστα (äol.), sekundär -αιστή (nach παλαίω; Hp., Arist., Pap.), auch -αιστής m. (LXX, Hero Deff. u. Geom. usw.; nach μετρητής u.a.)
Grammar: f.
Meaning: Handfläche, Breite von vier Fingern.
Composita : Als Hinterglied z.B. in τριπάλα(ι)στος drei Handbreiten messend (ion. att., hell.).
Derivative: Davon παλα(ι)στιαῖος eine Handbreite messend (ion. att., hell.).
Etymology : Zum selben Verb für ausbreiten wie παλάμη (s.d.), u. zw. mit demselben alten st-Suffix wie in mehreren sinnverwandten Wörtern, z.B. ἀγοστός; s.d. m. weiteren Hinweisen.
Page 2,467