Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πανηγυρικός

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: πᾰνηγῠρικός Medium diacritics: πανηγυρικός Low diacritics: πανηγυρικός Capitals: ΠΑΝΗΓΥΡΙΚΟΣ
Transliteration A: panēgyrikós Transliteration B: panēgyrikos Transliteration C: panigyrikos Beta Code: panhguriko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A of or for a public festival or assembly, οἱ ὄχλοι οἱ π. Isoc.12.263; πολυτέλεια, κόσμος, Plu. 2.608f.    II generally, solemn, festive, λόγος festival oration, such as those pronounced at the Olympic games, panegyric, Isoc.5.9,84, al.; Ἰσοκράτης ἐν τῷ π. in his Panegyric, Arist.Rh.1408b15; π. εἶδος [τῆς ῥητορικῆς] Phld.Rh.2.251 S.; τὰ π. Plu.2.79b: Comp. -ώτερος, of Isocrates himself, D.H.Vett.Cens.5.2; -ώτεραι διηγήσεις Aps.p.257 H.    2 flattering, false, π. λῆροι Plu.2.6a; of style, showy, ostentatious, opp. ἀληθινός, D.H.Dem.8; of persons, pompous, γυνὴ σοβαρὰ καὶ π. Plu.Luc.6. Adv. -κῶς showily, π. κατεσκευασμένος Id.Cam. 16, cf. Ant.61; opp. στρατιωτικῶς, Posidon.36 J.: Comp. -κώτερον Plb.5.34.3.

German (Pape)

[Seite 459] ή, όν, zu einer Volksversammlung, einem Volksfeste gehörig; ὄχλοι, Isocr. 12, 263; festlich, θέα, Plut. Rom. 14; κόσμος, Camill. 8; a. Sp. – Bes. λόγος, eine bei einer allgemeinen Volksversammlung, z. B. bei den olympischen Spielen gehaltene Festrede, vorzugsweise eine Lobrede, Isocr. 5, 9, öfter, u. Folgde; – γυνὴ σοβαρὰ καί π., Plut. Luc. 6, dem großen Haufen gefallend oder zu gefallen suchend, vgl. λῆροι π., ed. lib. 9. – Auch adv., πανηγυρικώτερον διῆγε τὰ κατὰ τὴν ἀρχήν, Pol. 5, 34, 2, pomphafter, wie πανηγυρικῶς μᾶλλον ἢ στρατιωτικῶς, Ath. V, 215 f; πόλις πρὸς δίαιταν πανηγυρικῶς κατεσκευασμένη, Plut. Camill. 16, öfter.

Greek (Liddell-Scott)

πᾰνηγῠρικός: -ή, -όν, ὁ ἁρμόζων εἰς πανήγυριν, συνέλευσιν, οἱ ὄχλοι οἱ. π. Ἰσοκρ. 288Β· πολυτέλεια, κόσμος, κτλ., Πλούτ. 2. 608F· συγκρ. -ώτερος, Διον. Ἁλ. τῶν Ἀρχαίων Κρίσις 5, 2· ― σοβαρός, σεμνοπρεπής, ἑορταστικός, κατάκοσμος, ὁ λόγος ὁ παν., ἢ μόνον ὁ παν., οἷοι οἱ ἐκφωνούμενοι κατὰ τοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνας, ἐγκώμιον, Ἰσοκρ. 84Β, 99Β, κ. ἀλλ.· Ἰσοκράτης ἐν τῷ π., δηλ. ἐν τῷ πανηγ. λόγῳ αὐτοῦ, Ἀριστ. Ρητ. 3. 7, 11· ― ἐντεῦθεν, κολακευτικός, ψευδής, π. λῆροι Wyttenb. εἰς Πλούτ. 2. 6Α· ἐπὶ ὕφους, ἐπιδεικτικός, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἀληθινός, Διον. Ἁλ. π. Δημ. 8· ἐπὶ προσώπων, πομπώδης, γυνὴ σοβαρὰ καὶ π. Πλουτ. Λούκουλλ. 6· ἐπίρρ. -κῶς, πομπωδῶς, ὁ αὐτ. 2. 79Β, κτλ.· συγκρ. -κώτερον, Πολύβ. 5. 34, 3.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
I. qui concerne une fête nationale (propr. en assemblée générale) ; de fête, solennel ; ὁ πανηγυρικός, avec ou sans λόγος, ISOCR éloge public prononcé dans une fête nationale;
II. p. suite en mauv. part :
1 recherché par sa parure, qui fait des embarras;
2 porté à se vanter, vantard.
Étymologie: πανήγυρις.

Greek Monolingual

-ή, -ό / πανηγυρικός, -ή, -όν, ΝΑ πανήγυρις
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε πανήγυρη ή που είναι κατάλληλος για πανήγυρη, εορταστικός, πανηγυρήσιος, πανηγυριώτικος («οὐδὲ ἦν παρασκευὴ πολυτελείας πανηγυρικῆς περὶ τὴν ταφήν», Πλούτ.)
2. στολισμένος, καλλωπισμένος
3. (για λόγο) αυτός που εκφωνείται με σκοπό τον έπαινο ή το εγκώμιο, εγκωμιαστικός επαινετικός, εκθειαστικόςἅπερ ἐν τῷ πανηγυρικῷ λόγῳ τυγχάνω συμβεβουλευκώς», Ισοκρ.)
4. το αρσ. ως ουσ. ο πανηγυρικός
(κυρίως στην αρχαία γραμματολογία) είδος ρητορικού λόγου τον οποίο έγραφαν και εκφωνούσαν διάφοροι ρήτορες, όπως λ.χ. ο Γοργίας, ο Λυσίας ή ο Ισοκράτης, στις γενικές συνελεύσεις τών Ελλήνων, τις πανηγύρεις, οι οποίες γίνονταν σε διάφορους τόπους, ιδίως όμως στην Ολυμπία, γεγονός για το οποίο πολλοί από τους λόγους αυτούς ονομάστηκαν και ολυμπιακοί
νεοελλ.
1. λαμπρός, επίσημος, επιβλητικός («πανηγυρική υποδοχή»)
2. το αρσ. ως ουσ. α) λόγος που εκφωνείται κατά τον εορτασμό ιστορικής επετείου ή επίσημης τελετής («τον πανηγυρικό της ορκωμοσίας θα εκφωνήσει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου» β. μτφ. υπερβολικός έπαινος, εγκώμιο
γ) (με ειρων. σημ.) σφοδρή προσωπική επίθεση («του έψαλε τον πανηγυρικό» — του είπε τα εξ αμάξης, του τά είπε χύμα)
3. το ουδ. ως ουσ. το πανηγυρικό
τελετουργικό βιβλίο το οποίο περιέχει αναγνώσματα ειδικά για κάθε γιορτή ξεχωριστά
αρχ.
1. κολακευτικός, ψεύτικος
2. (για ύφος) επιδεικτικός, πομπώδης
3. (για πρόσ.) αυστηρός, αξιοπρεπής («γυναικὶ σοβαρᾷ καὶ πανηγυρικῇ», Πλούτ.).
επίρρ...
πανηγυρικώς και -ά / Α πανηγυρικῶς
με πανηγυρικό τρόπο
νεοελλ.
με περιφανή, λαμπρό, επίσημο τρόπο («αθωώθηκε πανηγυρικώς»).

Greek Monotonic

πᾰνηγῠρικός: -ή, -όν·
1. αυτός που είναι κατάλληλος για δημόσια γιορτή, ὁ λόγοςπανηγυρικός ή ὁ πανηγυρικός μόνο του, πανηγυρικός, εορταστικός, σε Ισοκρ., Αριστ.
2. επιδεικτικός, πομπώδης, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

πᾰνηγῠρικός:
1) праздничный (κόσμος, θέαμα Plut.; ὄχλος Isocr.); связанный с устройством всенародного торжества (πολυτέλεια Plut.);
2) произносимый на всенародном торжественном собрании, преимущ. похвальный, хвалебный (λόγος Isocr.);
3) бьющий на эффект, показной, напыщенный (ἐπιδεικτικὸς καὶ π. Plut.);
4) важничающий (γυνὴ σοβαρὰ καὶ πανηγυρική Plut.).
II ὁ (sc. λόγος) похвальное слово в торжественном всенародном собрании, панегирик Isocr., Arst.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πανηγυρικός -ή -όν [πανήγυρις] bij een festival horend, panegyrisch; overdr. pompeus; subst. ὁ πανηγυρικός (λόγος) feestrede, panegyriek; adv. πανηγυρικῶς met pracht en praal.

Middle Liddell

πᾰνηγῠρικός, ή, όν
1. fit for a public festival, ὁ λόγος ὁ π., or ὁ π. alone, a panegyric, eulogy, Isocr., Arist.
2. ostentatious, pompous, Plut. [from πᾰνήγῠρις]