Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράθυρο

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

το
1. το άνοιγμα στους τοίχους κτηρίου το οποίο χρησιμεύει στον φωτισμό και αερισμό του εσωτερικού του
2. ο ανάλογος οπλισμός του ανοίγματος αυτού, το κούφωμα
3. παραθυρόφυλλο
4. πλάγια ενέργεια, χρησιμοποίηση μη νόμιμου μέσου για την επίτευξη σκοπού («μπήκε απ' το παράθυρο» — διορίστηκε όχι με τον καθιερωμένο και κανονικό τρόπο).
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του παράθυρα με αλλαγή γένους].