Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράκυκλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: παράκυκλος Medium diacritics: παράκυκλος Low diacritics: παράκυκλος Capitals: ΠΑΡΑΚΥΚΛΟΣ
Transliteration A: parákyklos Transliteration B: parakyklos Transliteration C: parakyklos Beta Code: para/kuklos

English (LSJ)

ὁ,

   A part of a chariot-wheel, Poll.10.53.

German (Pape)

[Seite 486] ὁ, ein Theil des Wagenrades, Poll. 10, 53, wo auch die Form παράκυκλα erwähnt ist.

Greek (Liddell-Scott)

παράκυκλος: ὁ, μέρος τροχοῦ ἃρματος, Πολυδ. Ι΄, 53.

Greek Monolingual

ό, ΝΑ
νεοελλ.
1. το εμβαδόν ή η επιφάνεια που περιέχεται μεταξύ δύο ομόκεντρων κύκλων
2. βιολ. η μακρόχρονη εγκατάσταση, σε ένα μόνο είδος δέντρου, ενός εντόμου του οποίου ο αναπαραγωγικός κύκλος περιλαμβάνει κανονικά τη διαδοχική μετανάστευση από ένα είδος δέντρου σε ένα άλλο
3. τεχνολ. μικρός δακτύλιος από λεπτό μέταλλο, δέρμα, καουτσούκ ή άλλη ύλη, με οπή διαμέτρου λίγο μεγαλύτερης από του κοχλία, δηλ. της βίδας, ο οποίος χρησιμοποιείται για την καλύτερη κατανομή της πίεσης που ασκείται από το περικόχλιο πάνω στο τεμάχιο αλλά και για να καλύπτει τυχόν κενά, κν. ροδέλα
5. φρ. «παράκυκλος Γκρόβερ» ή «ελατηριωτός δακτύλιος»
τεχνολ. παράκυκλος από χαλύβδινο ελατήριο τετράγωνης διατομής, κομμένος σε ένα σημείο, ο οποίος χρησιμοποιείται για την παρεμπόδιση της χαλάρωσης μιας κοχλιοσύνδεσης κυρίως σε περίπτωση που αυτή καταπονείται από κραδασμούς
αρχ.
μέρος του τροχού άμαξας ή άρματος.