Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παράλογος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B
Full diacritics: παράλογος Medium diacritics: παράλογος Low diacritics: παράλογος Capitals: ΠΑΡΑΛΟΓΟΣ
Transliteration A: parálogos Transliteration B: paralogos Transliteration C: paralogos Beta Code: para/logos

English (LSJ)

ον, (

   A λόγος 1, IV. 1 fin.) beyond calculation, unexpected, unlooked for, ἄτοπον καὶ π. Arist. de An. 411a14 ; π. τι ἡ τύχη Id.Ph. 197a18 ; π. ἀτυχήματα Id.Rh. 1374b7; εὐδίαι Id.HA599b15; αἱ π. τῶν βαρβάρων ἔφοδοι casual, uncertain, Plb.2.35.6 ; strange, π. πόθος Palaeph.52 ; π. καὶ ἀπρεπὴς βούλησις Hdn.1.16.4 ; παράλογον, τό, an unexpected event, τὰ π. τῆς τύχης D.S. 17.66, etc.; εἴ τι σπάνιον καὶ ὡς ἐν παραλόγῳ abnormal, Thphr.CP1.3.2 (but παράλογα, over-portions of food given to guests which were not to be reckoned upon, X.Lac.5.3). Adv. -γως Hp.Aph.2.27, etc.; τοὺς π. δυστυχοῦντας D.27.68, cf. Arist.EN1135b16 : Sup. -ώτατα J.BJ2.19.7.    2 (λόγος 111) beyond reason, unreasonable, τὰ π. καὶ ἄτοπα Plu.2.626e, etc.; ἐν παραλόγῳ ποιεῖσθαί τι App.BC2.146 ; παράδοξα μέν, οὐ μὴν π. Cleanth. ap. Arr.Epict.4.1.173. Adv. -γως, εἰκῇ καὶ π. Plb.1.74.14, etc.    3 Gramm., contrary to analogy or rule, irregular, A.D.Pron.27.26, al.    4 Adv. -γως fraudulently, OGI 665.33 (Egypt, i A.D.).    II παράλογος, ὁ, as Subst., incalculable element, τοῦ πολέμου ὁ π. Th.1.78 ; πολύς, μέγας ὁ π., the event is much, greatly contrary to calculation, Id.3.16, 7.55 ; τὸν π. τοσοῦτον ποιῆσαι τοῖς Ἕλλησι τῆς δυνάμεως, i. e. so belied the calculations of the Greeks, ib.28 ; ἐν τοῖς ἀνθρωπείοις τοῦ βίου παραλόγοις by miscalculations such as men make, Id.8.24 ; τὸ πλείστῳ παραλόγῳ ξυμβαῖνον Id.2.61.

German (Pape)

[Seite 488] ὁ, als subst. = τὸ παράλογον, das Unberechnete, Unerwartete, Thuc. 2, 85. 7, 28 u. öfter; vgl. Phot. 1) eigtl. wider od. gegen die Rechnung, anders, als man gerechnet hat, d. i. unerwartet, unvermuthet; Thuc. 1, 65; καὶ ἀπροσδόκητον, 2, 91, Pol. 2, 35, 6 u. öfter; Plut. Fab. 16 u. Folgde; auch adv., ὅσα ἂν παραλόγως ξυμβῇ, Thuc. 1, 140, οἱ παραλόγως δυστυχοῦντες, Dem. 27, 68; καὶ εἰκῇ, Pol. 40, 3, 5; Sp. – 2) über die gewöhnliche Rechnung hinaus, τὰ παράλογα, die Speisen, welche den Gästen über ihre gewöhnlichen Portionen gereicht wurden, Xen. Lac. 5, 3.

Greek (Liddell-Scott)

παράλογος: -ον, (λόγος Γ. ΙΙΙ) ὁ παρὰ λόγον, ὁ ἐκτὸς παντὸς ὑπολογισμοῦ, ἀπροσδόκητος, ἀνέλπιστος, π. καὶ ἄτοπον Ἀριστ. π. Ψυχῆς 1. 5, 22· π. τι ἡ τύχη ὁ αὐτ. ἐν Φυσ. 2. 5, 7· π. ἀτυχήματα ὁ αὐτ. ἐν Ρητ. 1. 13, 16· εὐδίαι ὁ αὐτ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 15, 4· αἱ π. τῶν βαρβάρων ἔφοδοι, τυχαῖαι, ἀβέβαιοι, Πολύβ. 2. 35, 6, κτλ.· - παράλογον, τό, ἀπροσδόκητον συμβὰν (ὅρα κατωτ. ΙΙ), τὰ π. τῆς τύχης Διόδ. 17. 66, κλ.· ἀλλὰ τὰ παράλογα, αἵ ἔκτακτοι μερίδες τροφῆς αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς ξένους καὶ μὴ ὑπολογιζόμεναι, Ξενοφ. Λακ. 5. 3· - (ἐν Εὐρ. Ὀρ. 391, Θουκ. 1. 65., 2. 91, παρὰ λόγον, ἐκ διορθώσεως ἤδη): - Ἐπίρρ. παραλόγως, Ἱππ. Ἀφ. 1245, κτλ.· τοὺς π. δυστυχοῦντας Δημ. 835. 7· ὑπερθ. -ώτατα Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 2. 19, 7. 2) ὁ ἔξω τοῦ ὀρθοῦ λόγου, παράλογος, ἄλογος, ἀνόητος, Πλούτ. 2. 626Ε, κλ.· ἐν παραλόγῳ ποιεῖσθαί τι Ἀππ. Ἐμφυλ. 2. 146· παράδοξα μέν, οὐ μὴν π. Ἀρρ. Ἐπίκτ. 4. 1, 173· - Ἐπίρρ., εἰκῇ καὶ παραλόγως Πολύβ. 1. 74, 14, κτλ. ΙΙ. παράλογος, ὁ, ὡς οὐσιαστ., ὡς τὸ παράλογον, τό, ἀπροσδόκητον τέλος, ἀπροσδόκητος ἔκβασις τοῦ πολέμου ὁ π. Θουκ. 1. 78· πολύς, μέγας ὁ π., τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι μέγα, πολύ, ἐναντίον τῶν ὑπολογισμῶν, 3. 16., 7. 55 οὕτω, τὸν π. τοσοῦτον ποιῆσαι τοῖς Ἕλλησι, ἔγινεν αἰτία τόσον κακοῦ ὑπολογισμοῦ εἰς τοὺς Ἕλληνας, 7. 28· ἐν τοῖς ἀνθρωπείοις τοῦ βίου παραλόγοις, διὰ σφαλμάτων περὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς εἰς ἃ συνήθως οἱ ἄνθρωποι ὑπόκεινται, 8. 24· τὸ πλείστῳ παραλόγῳ συμβαῖνον 2. 61 - Ἴδε Κόντου Κριτικὰς καὶ Γραμματικὰς παρατηρήσεις ἐν Ἀθηνᾶς τ. Ζ΄, σ. 17.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 contraire à ce qu’on a calculé ; inattendu, inopiné ; τὸ παράλογον PLUT l’imprévu ; ὁ παράλογος (καιρός ou λόγος) THC mécompte, càd tour imprévu des événements ou erreur de calcul ; τὰ παράλογα XÉN les portions supplémentaires (propr. non attendues) dans les repas lacédémoniens;
2 contraire au bon sens, absurde.
Étymologie: παρά, λόγος.

Greek Monolingual

-η, -ο, ΝΑ
αυτός που λέγεται ή γίνεται αντίθετα με τον ορθό λόγο, έξω από τους κανόνες της λογικής, άλογος («παράλογες αξιώσεις»)
2. αυτός που υπάρχει ή συμβαίνει όταν και όπως δεν τον περιμένει κανείς, απροσδόκητος, ανέλπιστος («τὰς αἰφνιδίους καὶ παραλόγους τῶν βαρβάρων ἐφόδους», Πολ.)
νεοελλ.
1. (για πρόσ.) αυτός που μιλά ή συμπεριφέρεται αντίθετα με τη λογική, που εκφράζεται με παραλογισμούς
2. το ουδ. ως ουσ. το παράλογο
(φιλοσ.) όρος ο οποίος ενώ αρχικά χρησιμοποιήθηκε αποκλειστικά από τη λογική, αποτέλεσε θεμελιώδη άξονα του στοχασμού πολλών διανοητών του 20ού αιώνα, όπως τών Σαρτρ, Καμύ, Μαρσέλ, Γιάσπερς και που δηλώνει ότι τίποτε δεν προσδίδει νόημα στην ύπαρξη του κόσμου και του ανθρώπου, άρα και στη ζωή, ότι ο κόσμος, όπως διακήρυσσε ο Νίτσε, είναι χωρίς νόημα και χωρίς αξία
3. φρ. «θέατρο του παραλόγου» — πρωτοποριακό ύφος γραφής και θεατρικής παρουσίασης που αγνοεί ή ανατρέπει για λόγους εκφραστικούς ή αισθητικούς τις καθιερωμένες αντιλήψεις για την πλοκή, τους χαρακτήρες και τη δομή του θέματος και στο οποίο τονίζονται ιδιαίτερα το παράλογο και πλαστό της πραγματικότητας και η μοναξιά του ανθρώπου
αρχ.
1. παράδοξος, αλλόκοτος
2. γραμμ. αυτός που δεν συμφωνεί με κανόνα ή με αναλογία, ανώμαλος
3. το αρσ. ως ουσ.παράλογος
απροσδόκητη έκβαση
4. (το ουδ. ουσ.) τὸ παράλογον
το απροσδόκητο συμβάν
5. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ παράλογα
οι έκτακτες μερίδες τροφής που δίνονταν στους ξένους και δεν υπολογίζονταν.
επίρρ...
παραλόγως ΝΑ, παράλογα Ν
με παράλογο τρόπο, αντίθετα προς τη λογική
αρχ.
1. εκτός υπολογισμού
2. με απατηλό, δόλιο τρόπο
3. γραμμ. αντίθετα με κανόνα ή αναλογία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + -λόγος].

Greek Monotonic

παράλογος: -ον, I. αυτός που βρίσκεται εκτός υπολογισμού, απροσδόκητος, απερίσκεπτος, αβέβαιος, σε Αριστ. κ.λπ.· παράλογον, τό, απροσδόκητο γεγονός· αλλά τὰ παράλογα, οι μερίδες φαγητού που δίνονται σε επισκέπτες που έρχονται απροειδοποίητα, σε Ξεν.· επίρρ. παραλόγως, σε Δημ. II.παράλογος, , ως ουσ., αναπάντεχο ζήτημα, απροσδόκητο θέμα, σε Θουκ.· πολύς, μέγαςπαράλογος, το αποτέλεσμα είναι εντελώς αντίθετο από τους υπολογισμούς, στον ίδ.· ομοίως, τὸν παράλογον τοσοῦτον ποιῆσαι τοῖς Ἕλλησι, προξένησε τόσο μεγάλη σύγχυση στους Έλληνες, στον ίδ.· ἐν τοῖς ἀνθρωπείοις παραλόγοις, από σφάλματα τέτοια που κάνουν οι άνθρωποι, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

παράλογος:
1) неожиданный, непредвиденный (ἀτυχήματα Arst.; τῶν βαρβάρων ἔφοδοι Polyb.; συμφορά Plut.);
2) противоречащий разуму, неразумный (πράξεις Plut.).
II ὁ неожиданный исход, непредвиденный оборот (τοῦ πολέμου Thuc.): οἱ τοῦ βίου παράλογοι Thuc. превратности жизни.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παράλογος -ου, ὁ onberekenbaarheid:. τοῦ... πολέμου τὸν παράλογον het onberekenbare karakter van de oorlog Thuc. 1.78.1.

Middle Liddell

παρά-λογος, ον,
I. beyond calculation, unexpected, casual, uncertain, Arist., etc.: —παράλογον, ου, an unexpected event; but, τὰ παράλογα the portions of food given to unexpected guests, Xen.:—adv. παραλόγως Dem.
II. παράλογος, ὁ, as Subst., an unexpected issue, Thuc.; πολύς, μέγας ὁ π. the event is greatly contrary to calculation, Thuc.; so, τὸν π. τοσοῦτον ποιῆσαι τοῖς Ἕλλησι caused so great a miscalculation to the Greeks, Thuc.; ἐν τοῖς ἀνθρωπείοις παραλόγοις by miscalculations such as men make, Thuc.