Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παραγραφή

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: παραγρᾰφή Medium diacritics: παραγραφή Low diacritics: παραγραφή Capitals: ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ
Transliteration A: paragraphḗ Transliteration B: paragraphē Transliteration C: paragrafi Beta Code: paragrafh/

English (LSJ)

ἡ,

   A anything written beside, marginal note or sign, to mark the close of a sentence, Isoc.15.59, Hyp.Dem.Fr.(c), Arist.Rh. 1409a20; to mark that a passage is spurious, Luc.Pr.Im.24; in a drama, to indicate the change of persons, Sch.Ar.Ra.1479, Pax 443; stage-direction, cj. in Ath.10.453c.    2 entry in a register of debts or liabilities, PHib.1.40.14 (iii B. C.), PTeb.188 (ii/i B. C.), etc.    II exception taken by the defendant to the admissibility of a suit, special plea, demurrer, Isoc.18.1,20, D.35.45, Poll.8.57,58; π. διδόναι D.34.17; opp. εὐθυδικίᾳ εἰσιέναι, Id.45.6; τὰς π. ἀντιλαγχάνειν Id.37.33: coupled with ὑπωμοσία, Id.21.84 (pl.): metaph., of argument, counterplea, Gal.19.170.    2 in Roman Law, μακρᾶς νομῆς π., = longae possessionis praescriptio, Mitteis Chr.374 (iii A. D.); χρονία π. Just.Nov.30.7 Intr.; also, = exceptio, ib.94.1.    III Rhet., brief summary of one subject before passing on to another, Sch.Il.16.1, Eust.107.46.    IV limit, τοῦ βίου Phld.Mort.39; παραγραφαῖς ὁρίζειν τὰς ἐπιμελείας Id.Oec.p.75 J.    V (γράφω 1.1) trenching round vines, POxy.1631.11 (iii A. D.), 1692.14 (ii A. D.).

German (Pape)

[Seite 474] ἡ, das Daneben- oder Dabeigeschriebene, bes. ein kritisches Zeichen; ὁ τὰ νόθα ἐπισημηνάμενος τῶν ἐπῶν τῇ παραγραφῇ τῶν ὀβελῶν, Luc. pro imag. 24; bes. ein grammatisches Zeichen der Interpunction, δεῖ δήλην εἶναι τὴν τελευτὴν μὴ διὰ τὸν γραφέα, μηδὲ διὰ την παραγραφήν, ἀλλὰ διὰ τὸν ῥυθμόν, Arist. rhet. 3, 8; vgl. Ath. X, 453 c; Schol. u. Gramm.; sonst ein Zeichen, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς παραγραφῆς ἀνάγνωθι, Isocr. 15, 59; s. Harpocr., der auch eine Stelle der Art aus Hyperid. anführt. – Im attischen Recht, ein Einwand gegen die Gültigkeit einer Klage, Exception, nach Poll. 8, 57 ὅταν τις μὴ εἰσαγώγιμον εἶναι λέγῃ τὴν δίκην, ἢ ὡς κεκριμένος ἢ ὡς ἀφειμένος, ἢ ὡς τῶν χρόνων ἐξηκόντων –, ἢ ὡς οὐ παρὰ τούτοις κρίνεσθαι δέον; ein Beispiel ist Dem. or. 32; vgl. 21, 84; εἰ μὲν καὶ ἄλλοι τινὲς ἦσαν ἠγωνισμένοι τοια ύτην παραγραφήν, Isocr. 18, 1. S. auch Hermogen. de stas. 3 p. 18. – Als Redefigur, kurze Wiederholung des Vorhergehenden, um zu etwas Anderem überzugehen, Rhett.; vgl. Schol. Il. 16, 1.

Greek (Liddell-Scott)

παραγρᾰφή: ἡ, πᾶν ὅ,τι γράφεται παραπλεύρως, πλησίον, σημείωσις ἐπὶ τοῦ περιθωρίου δηλοῦσα τὸ τέλος τῆς περιόδου, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς παραγραφῆς ἀνάγνωθι, «ὅπερ ἐστὶν ἀπὸ τῆς γραμμῆς ἣν μέχρι νῦν παράγραφον καλοῦμεν» (Ἁρποκρ.), Ἰσοκρ. 322Α· «ὁ δ’ Ὑπερείδης ἐν τῷ κατὰ Δημοσθένους, ‘οὐδὲ μέχρι παραγραφῆς’ φησὶν ἀντὶ τοῦ οὐδὲ μέχρι τινὸς ὡρισμένου χρόνου καὶ παραγεγραμμένου, ὅ ἐστι περιγεγραμμένου» Ἁρποκρ. ἐν λ. παραγραφή, Ἀριστ. Ρητορ. 3. 8, 6· σημεῖον ὅτι χωρίον τι εἶναι νόθον, ὁ τὰ νόθα ἐπισημηνάμενος τῶν ἐπῶν τῇ παραγραφῇ τῶν ὀβελῶν Λουκ. ὑπὲρ τῶν Εἰκ. 24· ἐν τοῖς δράμασιν ἡ παραγραφὴ ἐδήλου τὴν ἀλλαγὴν τῶν προσώπων, Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Βατρ. 1479, Εἰρ. 443, πρβλ. Νεφ. 653. 2) = παράγραφος, Ἀθήν. 453C, Φώτ. ΙΙ. ἔνστασις τοῦ ἐναγομένου λέγοντος μὴ εἰσαγώγιμον εἶναι τὴν δίκην καὶ ἀνυπόστατον τὴν κατηγορίαν, Ἰσοκρ. 371Α, πρβλ. 375Α· «παραγραφὴ δ’ ἦν ἡ αὐτὴ καὶ παραμαρτυρία, ὅταν τις μὴ εἰσαγώγιμον λέγῃ εἶναι τὴν δίκην» Πολυδ. Η΄, 57, 58· παραγραφὴν παραγράφεσθαι ἢ δοῦναι Δημ. 939. 11., 912. 15, κτλ.· ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ εὐθυδικίαν (ἢ -ίᾳ) εἰσιέναι ὁ αὐτ. 908. 8, πρβλ. 1103. 1· ἡ ἔνστασις αὕτη πρὸς καιρὸν ἀνέτρεπε τὰς θέσεις τοῦ ἐνάγοντος καὶ τοῦ ἐναγομένου, ὥστε ἐν τῇ παραγραφῇ πρῶτος ὡμίλει ὁ κατηγορούμενος, Δημ. 1103. 11· καὶ ἐλέγετο τὴν π. ἀντιλαγχάνειν, ὁ αὐτ. 976. 14· πρβλ. ἀντιλαγχάνω, παραγράφω 11. 4· - ἡ λέξις παραγραφὴ ἦτο ἐνίοτε ἐν χρήσει σχεδὸν ὡς τὸ ὑπωμοσία, ὁ αὐτ. 541. 23. ΙΙΙ. ἐν τῇ Ρητορικῇ, βραχεῖα περίληψις ὑποθέσεως πρὸ τῆς μεταβάσεως εἰς ἑτέραν, Σχόλ. εἰς Ἰλ. Π. 1, Εὐστ. 107 ἐν τέλ.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
I. ce qu’on écrit à côté :
1 annotation marginale ; particul. signe critique;
2 signe de ponctuation annonçant la fin d’un développement;
II. terme de droit attique exception, moyen dilatoire.
Étymologie: παραγράφω.

Greek Monolingual

η, ΝΜΑ παραγράφω
(νομ.) η απώλεια δικαιώματος λόγω παραμέλησης της άσκησής του στο χρονικό διάστημα που ορίζεται από τον νόμο
νεοελλ.
1. (ποιν. δίκ.) κατάργηση τών συνεπειών του νόμου μετά από καθορισμένο χρονικό διάστημα για κάποιο αδίκημα
2. φρ. (νομ.) α) «μακρά ή τεσσαρακονταετής παραγραφή» — η απώλεια της δυνατότητας ασκήσεως ενός δικαιώματος που οφείλεται στην αμέλεια του δικαιούχου για σαράντα χρόνια
β) «βραχεία παραγραφή» — η απώλεια κάποιου δικαιώματος μετά την πάροδο μιας δεκαετίας
γ) «αποσβεστική παραγραφή» — απόσβεση της άσκησης δικαιώματος μετά από την παρέλευση ορισμένου χρονικού διαστήματος
δ) «παραγραφή του αξιοποίνου» — άρση του δικαιώματος της πολιτείας να επιβάλει ποινή μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα
ε) «παραγραφή ποινής» — απώλεια του δικαιώματος της πολιτείας να εκτελέσει μια ποινή λόγω της παρέλευσης ορισμένου χρονικού διαστήματος
μσν.
εξαίρεση
μσν.-αρχ.
καθετί που σημειώνεται, γράφεται παραπλεύρως, σημείωση στο περιθώριο για δήλωση του τέλους μιας περιόδου
αρχ.
1. σημείο, σημάδι το οποίο δηλώνει νόθο χωρίο
2. σημάδι στο χειρόγραφο δράματος το οποίο δηλώνει την αλλαγή προσώπου
3. στον πληθ. αἱ παραγραφαί
κατανομή του δράματος, σκηνική οικονομία
4. σημείωση, εγγραφή ενός χρέους ή μιας εγγύησης σε καταλόγους
5. ένσταση του εναγομένου ο οποίος ισχυρίζεται ότι η αγωγή είναι παράτυπη και η κατηγορία ανυπόστατη
6. (σχετικά με επιχειρήματα) αντένσταση
7. (ρητορ.) σχήμα λόγου κατά το οποίο γίνεται σύντομη επανάληψη μιας υπόθεσης προκειμένου να προχωρήσει ο ρήτορας σε άλλη
8. όριο («παραγραφὴ τοῦ βίου», Φιλόδ.)
9. αβαθές χαντάκι που περιβάλλει αμπέλι
10. φρ. «παραγραφὴν δίδωμι» — υποβάλλω έγγραφη ένσταση.

Greek Monotonic

παραγρᾰφή: ἡ (παραγράφω), οτιδήποτε σημειώνεται δίπλα, σημείωση στο περιθώριο, ένσταση περί του αγωγίμου της δίκης (γραφή), σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

παραγρᾰφή:
1) пометка на полях (τῇ παραγραφῇ ἐπισημαίνειν τι Luc.);
2) конечный знак препинания, концовка Arst.;
3) юр. протест против рассмотрения жалобы, заявление о неподсудности дела Dem., Isocr., Plut.;
4) рит. краткий обзор сказанного, резюме.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παραγραφή -ῆς, ἡ [παραγράφω] bijschrift, paragraphè, om een onechte passage aan te duiden of om het einde van een passage aan te duiden. jur. verweerschrift, exceptie (tegen ontvankelijkheid van aanklacht).

Middle Liddell

παραγρᾰφή, ἡ, παραγράφω
anything written beside: an exception taken by the defendant to the admissibility of a suit (γραφή), a demurrer, Dem.