Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρακαταβολή

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: παρακαταβολή Medium diacritics: παρακαταβολή Low diacritics: παρακαταβολή Capitals: ΠΑΡΑΚΑΤΑΒΟΛΗ
Transliteration A: parakatabolḗ Transliteration B: parakatabolē Transliteration C: parakatavoli Beta Code: parakatabolh/

English (LSJ)

ἡ,

   A money deposited in court by claimants, and forfeited in case of failure, D.49.46, Lexap. eund.43.16, cf. Suid. s.v. παρακαταβολὴ καὶ παρακαταβάλλειν.    II the process in which such a deposit was required, Poll.8.32.    III generally, court-deposit, ἐπειδὴ θᾶττον ἀνείλετο τὰς π. D.37.41; δίκας καὶ γραφὰς ἄνευ -βολῆς Isoc.20.2.

German (Pape)

[Seite 481] ἡ, das Succumbenzgeld, welches der Kläger od. derjenige, welcher die Appellation ergreift, bes. in Erbschaftssachen bei Gericht niederlegen muß, u. das verloren ist, wenn er seine Sache nicht gewinnt, vgl. Harpocr., der Dem. in Pantaenet. 41 u. andere Redner anführt, wie B. A. 290; Böckh's Staatshaush. p. 386; Meier u. Schömann att. Proc. p. 617 ff.

Greek (Liddell-Scott)

παρακαταβολή: ἡ, χρήματα παρακατατιθέμενα ἐν δικαστηρίῳ ὑπὸ τῶν ἐγειρόντων ἀξιώσεις ἐπὶ περιουσίας καὶ δημευόμενα ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας ἐν τῇ δίκῃ (ὅρα παρακαταβάλλω ΙΙ), Δημ. 1198. 5· πρβλ. Σουΐδ. ἐν λ. παρακαταβολὴ καὶ παρακαταβάλλειν, Böckh P. E. 1, σελ. 478, κἑξ. ΙΙ. ὁ Πολυδ. Η΄, 32 μεταχειρίζεται τὴν λ. παρακαταβολὴ ὡσαύτως καὶ ἐπὶ τῆς διαδικασίας ἢ ὑποθέσεως καθ’ ἢν τοιαύτη κατάθεσις χρημάτων ἦτο ἀναγκαία, ὡς τὸ παρακαταβάλλειν. ΙΙΙ. οἱ ῥήτορες μεταχειρίζονται ἐνίοτε τὸ παρακαταβολή, ἢ πληθυντ. - βολαί, ὡς γενικὸν ὅρον ἐπὶ χρηματικῶν ἐν δικαστηρίῳ καταθέσεων (π.χ. πρυτανεῖα), ἐπειδὴ θᾶττον ἀνείλετο τὰς παρακαταβολὰς Δημ. 678. 20· δίκας καὶ γραφὰς ἄνευ παρακαταβολῆς Ἰσοκρ. 395Β· πρβλ. Att. Process σ. 620.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
consignation d’une amende préjudicielle.
Étymologie: παρακαταβάλλω.

Greek Monolingual

ἡ, Α παρακαταβάλλω
1. (αττ. δίκ.) χρηματικό ποσό που καταβαλλόταν κατά την αθηναϊκή νομοθεσία στο αρχείον από τον ενάγοντα που πρόβαλλε αξιώσεις, προτού αρχίσει η διεξαγωγή μιας κληρονομικής δίκης, ποσό που πιθανώς ήταν ίσο με το ένα δέκατο του διεκδικούμενου, ήταν κάτι ανάλογο με το σημερινό παράβολο και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής επιστρεφόταν στον ενάγοντα, ενώ σε περίπτωση απόρριψης κατέληγε στο δημόσιο ταμείο
2. (κατά τον Πολυδ.) διαδικασία ή υπόθεση κατά την οποία ήταν αναγκαία η κατάθεση χρημάτων
3. (ρητ.) (ιδίως στον πληθ.) αἱ παρακαταβολαί
οι καταθέσεις χρημάτων στο δικαστήριο («δίκας και γραφάς άνευ παρακαταβολής», Ισοκρ.).

Greek Monotonic

παρακαταβολή: ἡ, χρήματα που καταβάλλονται στο δικαστήριο απ' αυτούς που εγείρουν περιουσιακές αξιώσεις και παρακρατούνται σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, (βλ. παρακαταβάλλω II), σε Δημ.

Russian (Dvoretsky)

παρακαταβολή: ἡ судебный залог (вносимый истцом и не подлежащий возврату в случае проигрыша дела) Dem.

Middle Liddell

παρακαταβολή, ἡ, [from παρακαταβάλλω
money deposited in court by claimants, and forfeited in case of failure (v. παρακαταβάλλω II), Dem.