Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρακλάδι

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

το / παρακλάδιον, ΝΜ
νεοελλ.
1. μικρό κλαδί που ξεφυτρώνει από τις μασχάλες τών φύλλων, παραφυάδα, παραβλάστημα, παραβλάσταρο
2. μτφ. καθετί που αποσχίζεται από ένα σύνολο ή από μια ενότητα και αποτελεί ξεχωριστό τμήμα με σχετική ή απόλυτη αυτοτέλεια ως παράρτημα όμως του ευρύτερου συνόλου («επιχείρηση με πολλά παρακλάδια»)
μσν.
δευτερεύον στόμιο ποταμού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + κλαδίον / κλαδί υποκορ. του κλάδος.