Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παρακμή

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761
Full diacritics: παρακμή Medium diacritics: παρακμή Low diacritics: παρακμή Capitals: ΠΑΡΑΚΜΗ
Transliteration A: parakmḗ Transliteration B: parakmē Transliteration C: parakmi Beta Code: parakmh/

English (LSJ)

ἡ,

   A point at which the prime is past, decay, Plu.2.453b ; σώματος Ph.Fr. 97 H.; φθινοπώρου Sch.Arat.1082 ; π. τῆς νόσου abatement, Plu.Marc. 24, cf. S.E.P.2.238 : metaph., of numbers, Iamb.in Nic.p.77 P.

German (Pape)

[Seite 484] ἡ, die Zeit des Abnehmens der Kräfte, wo der Mensch zu altern beginnt, Sp.; auch τῆς νόσου, Plut. Marcell. 24; vgl. S. Emp. pyrrh. 2, 238.

Greek (Liddell-Scott)

παρακμή: ἡ, τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου καθ’ ὃ ἡ ἀκμὴ παρέρχεται, κατάπτωσις,Πλούτ. 2. 453C· π. τῆς νόσου, κατάπτωσις , καταπράϋνσις, ὁ αὐτ. ἐν Μάρκ. 24, πρβλ. Σέξτ. Ἐμπ. π. Π. 2. 238.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
déclin, affaiblissement (des forces, de la maladie, …).
Étymologie: παρά, ἀκμή.

Greek Monolingual

ἡ, ΝΑ
η μείωση της ακμής, ελάττωση τών δυνάμεων, φθίνουσα πορεία, μαρασμός (α. «η παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» β. «διὸ καὶ δῆλόν ἐστιν οὐ παρακμῇ τινὶ δι' ἡλικίαν τὸ θυμοειδὲς οὐδὲ αυτομάτως ἀπομαραινόμενον», Πλούτ.)
νεοελλ.
1. μτφ. δύση, ξεπεσμός, κατάπτωση
2. (στην ιστορία της λογοτεχνίας ή της τέχνης) χρονική περίοδος η οποία χαρακτηρίζεται από έργα κατώτερης αξίας σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη περίοδο
μσν.-αρχ.
(για νόσο) καταπράυνση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α)- + ἀκμή.

Greek Monotonic

παρακμή: ἡ, χρονικό σημείο σταδιακής απώλειας της ακμής, κατάπτωση, φθορά, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

παρακμή: ἡ убывание, утихание, ослабление (τῆς νόσου Plut.; τοῦ νοσήματος Sext.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

παρακμή -ῆς, ἡ [παρά, ἀκμή] afname, vermindering (van een ziekte).

Middle Liddell

παρ-ακμή, ἡ,
the point at which the prime is past, abatement, Plut.